Της Ιλιάνας Κουλαφέτη
Η Κύπρος βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και γνώρισε πολλούς λαούς, οι οποίοι πέρασαν και έμειναν στο νησί. Χώρες όπως η Αίγυπτος, κυρίευσαν το νησί από τα αρχαία χρόνια, φέρνοντας μαζί τους αποίκους ή δούλους, οι οποίοι αφομοιώθηκαν με τον καιρό στον τοπικό πληθυσμό. Αιγύπτιοι, Αιθίοπες, Σουδανοί ζούσαν στην Κύπρο και μπορούσε κανείς να τους συναντήσει να συνομιλούν και να έχουν «πάρε-δώσε» με τους υπόλοιπους κάτοικους του νησιού. Σιγά σιγά γίνονταν και οι ίδιοι Κύπριοι.
Αποκτούσαν ελληνικά ή μουσουλμανικά ονόματα και θρήσκευμα, αντίστοιχα με το ποια οικογένεια τους υιοθετούσε όταν έρχονταν ως σκλάβοι στο νησί ή όταν διάλεγαν συγκεκριμένη γειτονιά ή «μαχαλά» για να ζήσουν. Όσοι έρχονταν στην Κύπρο εργάζονταν στις φυτείες ζάχαρης και γενικά ως «μισταρκοί». Παντρεύονταν μεταξύ τους και ρίζωναν με τον καιρό στη νέα τους πατρίδα. Οι Τουρκοκύπριοι, είχαν το επίθετο «Καρά», που σημαίνει Μαύρος στα Τουρκικά, και οι Ελληνοκύπριοι, το «Μαύρος».

Το «Αράπ Γκόι» ή Κλεπίνη

Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας ήκμασε το εμπόριο των σκλάβων από τις αφρικανικές χώρες και έφθασε στο αποκορύφωμά του κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Στην Κύπρο είναι χαρακτηριστική η ύπαρξη ενός χωριού στην επαρχία της Κερύνειας, γνωστό ως Κλεπίνη ή Αράπ Γκόι, που σημαίνει Αραποχώρι στα τουρκικά, στο οποίο έμεναν αποκλειστικά Αφρικανοί της Κύπρου. Οι περισσότεροι απόγονοί τους βρίσκονται σήμερα στη Φασούλα της Λεμεσού, όμως η τελευταία γενιά Αφρικανών εντοπίστηκε από «Το περιοδικό» το 1987, όταν ζούσαν ακόμη μόνο τρεις απόγονοι.

Ο Φώτος Ήρακλος, η Παναγιώτα Καρανικόλα και η Μαρουλλού Μονογιου. Οι τρεις τελευταίο «καθαρόαιμοι νέγροι», όπως έλεγαν το 1987

Ο Φώτος Ήρακλος, η Παναγιώτα Καρανικόλα και η Μαρουλλού Μονογιού. Με τα παραδοσιακά κυπριακά ρούχα της υπαίθρου, τσεμπέρι στα μαλλιά και το γαϊδουράκι τους, βρέθηκαν να μαζεύουν χαρούπια από τα δέντρα και να κάνουν γεωργικές δουλειές. Η χώρα τους ήταν η Κύπρος, οποιαδήποτε άλλη ήταν ξένη. Μιλούσαν ελληνικά και στον λαιμό είχαν κρεμασμένο τον χριστιανικό σταυρό.

«Για μένα κάθε άλλη χώρα εκτός από την Κύπρο είναι ξένη. Ακόμα και το Σουδάν. Εδώ γεννήθηκα κι αναγιώθηκα. Είμαι Έλληνας Κύπριος Ορθόδοξος και με τίποτε δεν μπορώ να το αλλάξω», έλεγε ο Φώτος Ήρακλος στον Μάριο Δημητρίου το 1987

Τον παππού του Φώτου τον έκλεψαν δουλέμποροι από την Αφρική. Η γιαγιά του Φώτου είχε έρθει στην Κύπρο μαζί με τα άλλα δύο αδέλφια της. Η ίδια πουλήθηκε σε «προύχοντα Χριστιανό» και βαφτίστηκε Ορθόδοξη. Η αδελφή της πουλήθηκε σε Τούρκο αγά και βαφτίστηκε μουσουλμάνα, ενώ ο μικρότερος αδελφός τους αγοράστηκε από τις μοναχές της Φραγκοκκλησιάς για να φροντίζει το περβόλι της εκκλησίας τελικά τον χειροτόνησαν μοναχό και ήταν καθολικός. Τρία αδέλφια, τρεις διαφορετικές θρησκείες.

Ο «Μαθουσάλας» Τζόζεφ

Το 1928 δημοσιεύτηκε άρθρο στη βρετανική εφημερίδα «The evening telegraph and post» με θέμα τον γηραιότερο άνθρωπο στον κόσμο, τον Γιωσήφη τον Μαύρο. Γεννημένος στο Νταλφούρ του Σουδάν, αρνείτο να αποκαλύψει στον κόσμο την πραγματική του ηλικία. Ο Γιωσήφης, όπως ήταν γνωστός στη Λεμεσό, εργαζόταν στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της πόλης. Είχε απαχθεί από το Σουδάν όταν ήταν μικρός και πωλήθηκε στην Αίγυπτο κι από εκεί κατάφερε να δραπετεύσει και να έρθει στην Κύπρο το 1816. Στην αρχή εργαζόταν ως εργάτης ενώ αργότερα «καβάσης» του Γάλλου Πρόξενου, όπου και έμαθε άπταιστα τα γαλλικά. Το 1863 βαπτίστηκε καθολικός σε ηλικία 67 ετών και του δόθηκε το όνομα Ιωσήφ, χωρίς να λέει ποιο ήταν το πραγματικό του όνομα. Ο «Μαθουσάλας» Γιωσήφης, θυμόταν ιστορικά γεγονότα σαν να ‘ταν χθεσινά. Μίλαγε για τον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού το 1821, για τον Ιμπραήμ Πασά το 1827 αλλά και για τον Μεγάλο Ναπολέοντα.
Στα 100 του, ο θαρραλέος Γιωσήφης, διατηρούσε ερωτική σχέση με μία πιο νέα Αφρικανή της Κύπρου. Για να τη συναντήσει, πήδαγε κρυφά από τους ιερείς πάνω από τους φράχτες της μονής. Μέχρι την τελευταία του πνοή στα 138 του, ο αιωνόβιος Αιθίοπας της Λεμεσού, Ιωσήφ, έτρωγε, έπινε και κάπνιζε αδιάκοπα.
Πηγή και φωτογραφίες: Το Περιοδικό, Στέλιος Παπαστυλιανού
Παπαπολυβίου Πέτρος, Ένας Κύπριος αιωνόβιος «Αιθίοπας»