Του Δρ. Πέτρου Παπαπολυβίου 
Πρώτη δημοσίευση: Φιλελεύθερος, 2013

Γεννημένος το 1933 στην Αναφωτία, παιδί μιας πολύτεκνης αγροτικής οικογένειας ο Παρίδης έδειξε ιδιαίτερη έφεση στα γράμματα. Το 1945 μετακόμισε στη Λάρνακα όπου γράφτηκε στο Εμπορικό Λύκειο. Αγαπημένος του καθηγητής ήταν ο Λεμεσιανός φιλόλογος Κώστας Πιλαβάκης, τον επηρέασε όμως καθοριστικά ο Κερυνειώτης Νίκος Κρανιδιώτης.

Ήδη, στα 1951-1952 τρία ποιήματά του φιλοξενήθηκαν στα «Κυπριακά Γράμματα». Ανάλογη κλίση έδειξε στο θέατρο, μετέχοντας ή διδάσκοντας σε ερασιτεχνικούς θιάσους, ενώ αγαπούσε και τη μουσική. Απολάμβανε τους μοναχικούς πολύωρους περιπάτους στο ειδυλλιακό, τότε, τοπίο της Αλυκής. Κάποιοι είχαν βιαστεί να του προσάψουν: «Ο Μιχαλάκης είναι μόνο για να κάθεται στην Αλυκή και στη θάλασσα και να ρεμβάζει τα ηλιοβασιλέματα»…

Γράφει ο φίλος και συναγωνιστής Γιώργος Λουκούργος για τον Παρίδη:

Ο Μιχαλάκης Παρίδης ήταν γεννημένος ποιητής και υπεραγαπούσε το χωριό του την Αναφωτία, στην οποία αφιέρωσε αρκετά από τα ποιήματα που πρόφθασε να γράψει στη σύντομη αλλά γεμάτη περιεχόμενο ζωή του.
Αναπολώ τα Σαββατοκυρίακα που πριν από το 1955 μεταβαίναμε οι δυο μας στη γενέτειρά του, καβάλα στα ποδήλατά μας. Ποδηλατούσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο στην άκρη του γεμάτου στριψίματα στενού δρόμου, που επέτρεπε την πολυτέλεια αυτή, αφού την εποχή εκείνη ο δρόμος ήταν σχεδόν έρημος από αυτοκίνητα, ο συνολικός αριθμός των οποίων επί παγκύπριας βάσης ήταν τότε θεαματικά χαμηλότερος σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα.

Η δράση στην ΕΟΚΑ

Από το 1946 ο Παρίδης ήταν δραστήριο μέλος της ΟΧΕΝ Λάρνακας, ενώ στα 1952, όταν ιδρύθηκε η ΠΕΟΝ, εκλέχθηκε επαρχιακός γραμματέας της. Το 1954 μυήθηκε στην ΕΟΚΑ. Την Πρωταπριλιά του 1955 πήρε μέρος στο εντυπωσιακό ξεκίνημα του Αγώνα στη Λάρνακα. Το ίδιο βράδυ συνελήφθηκε. Οδηγήθηκε στο δικαστήριο μαζί με τους Σταύρο Ποσκώτη, Γιώργο Λυκούργο, Ξάνθο Ιακωβίδη και Ιάκωβο Καϊσερλίδη. Ήταν η πρώτη μεγάλη δίκη στελεχών της ΕΟΚΑ. Καταδικάστηκαν και οι πέντε: ο Παρίδης σε επτάχρονη φυλάκιση. Δημόσιος κατήγορος ήταν ο Ραούφ Ντενκτάς.

«Οι αγωνιστές της ελευθερίας δεν παραδίδονται. Νικούν ή πεθαίνουν».

Στις Κεντρικές Φυλακές συνέχισε να διαβάζει και να γράφει στίχους, συνέθεσε τον «ύμνο των φυλακισμένων», δίδασκε στο πρόχειρο σχολείο που οργάνωσαν οι πολιτικοί κατάδικοι για τους ποινικούς συγκρατούμενούς τους, και γράφτηκε σε ένα αγγλικό κολέγιο για να σπουδάσει λογιστική με αλληλογραφία. Στις 12 Δεκεμβρίου 1957 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου υποβλήθηκε σε εγχείρηση στη μύτη. Το ίδιο βράδυ δραπέτευσε. Λίγες βδομάδες αργότερα του ανατέθηκε η ευθύνη του τομέα της Λάρνακας.

Όταν τον Ιούνιο του 1958 τον επισκέφθηκαν οι γονείς του, στο κρησφύγετό του, στις Αγγλισίδες, η μητέρα του ζήτησε να της δείξει πού κοιμόταν: «Θα σε πάρω μάμμα», της απάντησε, «αλλά δεν θέλω να κλάψεις». Σε ένα συναγωνιστή του, είχε προβλέψει τον Ιούνιο του 1958:

«Τους αγώνες μας, τους κόπους μας θα τους τρων άλλοι και θα μαλώνουν μέρα-νύχτα για τα δικά τους συμφέροντα». Στη Βάβλα, έγραφε μια νουβέλα με θέμα το γυρισμό ενός νέου στο χωριό του, ύστερα από πολύχρονη απουσία. Δεν πρόλαβε να την τελειώσει, αφού σκοτώθηκε εκεί, στις 27 Αυγούστου του 1958.

Τα τελευταία του λόγια ήταν:

«Εγώ δεν μπορώ να φύγω. Δεν πρόκειται να βγω έξω για να με συλλάβουν. Τι θα πει ο Διγενής, πώς θα νοιώσουν οι συναγωνιστές μου, όταν μάθουν ότι ο τομεάρχης τους παραδόθηκε με το όπλο λυμένο; Δεν πρόκειται να παραδοθώ. Θα πολεμήσω, έτσι κάνουν οι αγωνιστές. Δεν ξαναπάω πίσω στη φυλακή».

Σήμερα, αν ζούσε, θα ήταν 85 χρονών…