Ο Οδυσσέας Ελύτης είχε γράψει πως «Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Με τον ίδιο τρόπο ξαναφτιάχνεις και την Κύπρο. Ωστόσο, αν ποτέ χάσεις την εικόνα της αρκεί ένας και μόνο πίνακας για να την ξαναφτιάξει. Ένας πίνακας του Μιχαήλ Κκάσιαλου.

Ο αυτοδίδακτος ζωγράφος, ετών 75 όταν για πρώτη φορά επιχείρησε να ζωγραφίσει ένα πίνακα, υπήρξε η πιο λαϊκότροπη φιγούρα της κυπριακής τέχνης. Περήφανος Ασσιώτης, τσαγκάρης στο επάγγελμα, τίμιος και σεμνός, δεν αποχωριζόταν ποτέ τη βράκα του, το πλατύ του ζωνάρι και το καλπάκι του. Χαρακτηριστικά που τον συνέδεαν μονίμως με τη γενέτειρά του και τον καθιστούσαν φυσιογνωμία του αγροτικού κάμπου και όχι των φιλότεχνων σαλονιών.

Ο μοναχογιός της οικογένειας Κκάσιαλου, ζούσε από το τσαγκάρικό του και κάποια λίγα ζωντανά που βοσκούσε. Δεν ήταν όμως αρκετά. Όχι μόνο για την τσέπη του αλλά και για το ανήσυχο πνεύμα του. Αυτοδίδακτος παρατηρητής, ξεκίνησε να φιλοτεχνεί πιστές απομιμήσεις αρχαίων αντικειμένων. Μάλιστα, η δεξιοτεχνία του ήταν τόσο λεπτομερής που τα νομίσματα και οι λυχνίες που δημιουργούσε, κοσμούσαν επί μία εικοσαετία τα μουσεία των Εγγλέζων.

«Λίγο – λίγο γέμισα το Εγγγλέζικο Μουσείο, με ψεύτικα νομίσματα. Εγώ ο ίδος τους τώπα, όταν τους τινάξαμε από πάνω μας, πως ήταν κάλπικα εκείνα τα νομίσματα, πούχανε ωραία αραδιασμένα στην βιτρίνα τους είκοσι χρόνια. Σκάσανε! Μα ούτε και τα βγάλανε! Τους είχα ρεζιλέψει! Γράψανε μόνον “αντιγραφές” δίπλα. Ήτανε ο δικός μου τρόπος να τους πολεμήσω».

Η σύμφυτη καλλιτεχνική του επιδεξιότητα στον καμβά, γεννήθηκε μόλις στα 75 του χρόνια. Καλεσμένος σε ένα γάμο, παρατήρησε τον Αδαμάντιο Διαμαντή να ζωγραφίζει σκίτσα των καλεσμένων. Παραξενεμένος τον πλησίασε για να μάθει τι ακριβώς κάνει. Ο «πατέρας της κυπριακής ζωγραφικής» Διαμαντής του απάντησε απλοϊκά πως φτιάχνει πρόχειρα σκίτσα για να δημιουργήσει πίνακες. Έκπληκτος ο Κκάσιαλος τον ρώτησε «Και τους πίνακες ίντα μπου τους κάμνετε;», για να λάβει την απάντηση του Διαμαντή «Πουλούμεν τους».

Η τυχαία στιχομυθία των δύο σπουδαίων κυπρίων ζωγράφων, γέννησε τον πρώτο «ναΐφ» ζωγράφο της Κύπρου. Ενθουσιασμένος από την τέχνη και με πηγαίο αυθορμητισμό, ο Μιχαήλ Κκάσιαλος επιστράτευσε τα πινέλα και τα χρώματα και έδωσε σάρκα και οστά στον ακάματο αγώνα του κυπριακού πληθυσμού. Στα 89 του χρόνια τον βρήκε η τουρκική εισβολή στο αγαπημένο του χωριό, την Άσσια.
Δυο μέρες πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, στις 31 Αυγούστου 1974 στο φιλανθρωπικό ίδρυμα «Άγιος Παύλος» της Λάρνακας, διηγήθηκε όσα έζησε κατά τη διάρκεια της εισβολής.

«Ήμουν κάτοικος Άσσιας, μαζί με την γυναίκα μου Ειρήνη.  Την 14.8.1974 όταν τα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Άσσια, εγώ με την γυναίκα μου δεν φύγαμε από το χωριό και μείναμε στην Άσσια.  Μέχρι την 16.8.1974 δεν μας πείραξαν οι Τούρκοι, οπότε την ημέρα αυτήν ήρθαν Τούρκοι στο σπίτι μας και μας απείλησαν.  Δεν μας επείραξαν όμως, κι έφυγαν. Μετά, κατά το απόγευμα, επέρασε ακόμη μια περίπολος, και ήλθαν στο σπίτι μας και με απείλησαν, λέγοντάς μου να τους δώσω χρήματα.  Εγώ τους είπα ότι δεν είχα και μετά με απείλησαν να με σκοτώσουν.  Κι εγώ είχα μερικά χρήματα, που έκτιζα μίαν εκκλησίαν στο χωριό, και τους τα έδωσα.  Όμως αυτοί εζητούσαν επιμόνως από μένα κι άλλα χρήματα με απειλάς, κι εγώ επειδή δεν είχα να τους δώσω, με κτύπησαν ένας με τον υποκόπανο του όπλου του στον ώμο και στα πόδια και μου τα έσπασαν. Έμεινα αβοήθητος δυο μέρες στο χωριό μέχρι την 18.8.1974. [Στις 24 Αυγούστου] μας έφεραν μέχρι την Πύλα και μας απέλυσαν.  Και τώρα ευρίσκομαι στο Γηροκομείο Αγίου Παύλου Λάρνακος, και μου περιποιούνται τα τραύματά μου».

Οι λεπτομερείς πίνακές του, αποτελούν σήμερα αφηγήσεις του κυπριακού γίγνεσθαι δίνοντας πολύτιμα στοιχεία για την καθημερινότητα αλλά και για τα ήθη, τα έθιμα έως και τον βαθύτερο εσωτερικό κόσμο του αγροτικού κόσμου.