Ο τελευταίος βασιλιάς της Αιγύπτου, Φαρούκ Α΄, ήταν γνωστό πως παραθέριζε συχνά στην Κύπρο, αφού η απόσταση ήταν μικρή και τα ξενοδοχεία των Πλατρών και του Προδρόμου – Forest Park και Βερεγγάρια αντίστοιχα – προσφέρονταν για βασιλική διαμονή. Ένα καλοκαίρι που βρέθηκε στην Κύπρο, στα πολυτελή δωμάτια του Forest Park, βρέθηκε στον δρόμο του ένας Κύπριος, με τον οποίο μοιράστηκαν ένα κοινό πάθος: τον τζόγο, κοινώς «κουμάρι» στα κυπριακά.

Την ιστορία αυτή της νύχτας του τζόγου, ο «Φοαρτάς» όπως ήταν γνωστός ο Φυλακτής Ηλίας, βρέθηκε στον δρόμο του βασιλιά Φαρούκ. Έχοντας κάμποσα χρήματα στην τσέπη του από την αλευρομηχανή που διατηρούσε στις Κεδάρες, ο Φοαρτάς γύριζε τα βράδια και σκορπούσε χρήματα στο κουμάρι.

Το χωριό Κεδαρες στην Πάφο

Η μπλόφα του Φαρούκ

Εκείνο λοιπόν το καλοκαιρινό βράδυ, που ο βασιλιάς Φαρούκ αποφάσισε να τζογάρει βρέθηκε στον δρόμο του ο Κεδαρίτης χαρτοπαίχτης και μαζί έπαιξαν πόκερ.

κάποια στιγμή ο Φαρούκ κοίταξε τα χαρτιά του και μετά έβαλε πέντε λίρες στο τραπέζι λέγοντας δυνατά:  

«Μέσα….».  

«Μέσα…» απάντησαν  και οι άλλοι βάζοντας στο τραπέζι απάνω το ίδιο ποσό κι αφήνοντας στο τραπέζι από δυο χαρτιά που δεν τους έκαναν ζήτησαν άλλα.

«Κτυπώ», είπε ο Φαρούκ βάζοντας άλλες πέντε λίρες.  

«Πάσο», απάντησαν μ’ ένα στόμα ο Μυριανθόπουλος και ο Φυλακτής που δεν είχαν καλό χαρτί. Ο δε Φοαρτάς έμεινε για λίγο σκεφτικός να κοιτάζει μια το βασιλέα και μια τα χαρτιά του που ήταν πολύ καλά.

«Σίγουρα θα  μπλοφάρει αυτός…» σκέφτηκε και αφήνοντας το ανάλογο ποσό στο τραπέζι απάντησε:

«Μέσα».  

«Δέκα λίρες», ξανακτύπησε ο Φαρούκ.

«Μέσα», επέμενε κι ο Φοαρτάς.

«Είκοσι λίρες…» συνέχισε ο Φαρούκ που είχε άφθονο το χρήμα στη τσέπη και ο Φοαρτάς έμεινε να κοιτάζει μια τον αντίπαλο του και μια τους συντρόφους του.   Δεν είχε τόσα χρήματα ώστε να συνεχίσει το παιχνίδι.

«Κτύπα και θα σου συμπληρώσω εγώ…» τον παρότρυνε ο Μυριανθόπουλος βγάζοντας τα χρήματα από το πορτοφόλι του. Έτσι κι έγινε. Κτύπησε το ποσό ο Φουαρτάς και στη συνέχεια αποδείχτηκε  πως ο Φαρούκ είχε μπλοφάρει. Ο Φοαρτάς με το Μυριανθόπουλο μοιράστηκαν το μεγάλο κέρδος ενώ μέσα τους χαίρονταν που δεν παρασύρθηκαν από την μπλόφα του βασιλέα.

Τρισευτυχισμένος επέστρεψε στο σπίτι του ο Φοαρτάς. Τόσα πολλά χρήματα δεν θα τα έπαιρνε από τ` αμπέλια και την αλευρομηχανή του ούτε σε διάστημα δύο χρόνων. Και φυσικά από τη μέρα εκείνη ποτέ δεν παράλειπε να διηγείται στους συγχωριανούς του την ιστορία αυτή. Κόμπαζε και χαμογελούσε ικανοποιητικά που δεν έπεσε στην παγίδα του βασιλέα Φαρούκ.  

Πληροφορίες: Αντιγόνη Χριστοδουλίδου, «Οι Κέδαρες άλλοτε και σήμερα», τχ. 2, Ιούλιος 2013