1992. Το «Περιοδικό» του εκδοτικού οίκου Δίας, αποφασίζει να κάνει ένα αφιέρωμα στις Κύπριες ιερόδουλες και στις Κύπριες τρανς που βρίσκουν καταφύγιο στα πεζοδρόμια της Συγγρού στην Αθήνα. Ανάμεσά τους η 25χρονη Αμάντα. Μία τρανσέξουαλ από την Αμμόχωστο, που λίγο πριν φύγει από την Κύπρο έσκισε όλες της φωτογραφίες που της θύμιζαν το αρσενικό της παρελθόν. Η ιστορία τους στους δημοσιογράφους ξεκινούσε κάπως έτσι: «Με λέγαν Γιώργο…».

«Ήρθα στην Αθήνα για ένα καλύτερο σήμερα. Δεν μου άρεσε ο τρόπος ζωής στην Κύπρο. Δεν ήταν για μένα. Ένιωθα καταπιεσμένη. Είχα έντονη ανάγκη να ζήσω ελεύθερα. Και ο μόνος τρόπος ήταν να το “σκάσω” για Αθήνα. Είχε ξεχειλίσει το ποτήρι της αντοχής μου όταν το έκανα γιατί δεν μπορούσα να καταπιέζω άλλο αυτό που ήθελα στα κρυφά».

Η Αμάντα που συνάντησαν οι δημοσιογράφοι του Περιοδικού εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμά της στην Αθήνα, δεν μίλησε πολύ για τα παιδικά της χρόνια. Μέχρι τα 20 της ήταν Γιώργος και θυμάται έντονα πόσο καταπίεζε την πραγματική, θηλυκή της φύση. Στο σπίτι τα πράγματα ήταν μονίμως άσχημα, η ατμόσφαιρα τεταμένη, ενώ από τον πατέρα της το μόνο που θυμάται ήταν ξύλο.

«Πάντα ήξερα τι ήμουν. Ποτέ δεν ένιωσα να με ελκύει το γυναικείο φύλο, ούτε καν για να πειραματιστώ, όπως λένε πολλοί. Ήξερα τι είμαι, απλά δεν το μοιραζόμουν με κανέναν. Βέβαια, όταν άκουσα για μια άλλη περίπτωση, τον Στελλάκη που έγινε Στέλλα, σιγουρεύτηκα πλέον πως αυτό που ήθελα κι εγώ ήταν να γίνω γυναίκα. Δεν ήξερα όμως πως».

Γύρω στην ηλικία των 20 η Αμάντα μετακόμισε στην Αθήνα, ως Γιώργος, βρήκε μια δουλειά και νοίκιασε ένα διαμέρισμα. Τότε ήταν που άρχισε να μαθαίνει για τον κόσμο των τρανσέξουαλ. Βέβαια, μέχρι τη στιγμή που έδινε τη συνέντευξη δεν είχε ακόμη προχωρήσει σε αλλαγή φύλου, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, κάτι που θα έκανε το 1993 (η συνέντευξη δόθηκε το 1992).

«Πέρασε περίπου ένας χρόνος από την ημέρα που ήρθα στην Αθήνα και βγήκα στο πεζοδρόμιο. Το κάνω μόνο για τα λεφτά, δυστυχώς είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσει ένας “τραβεστί” στην Αθήνα. Μην νομίζεις πως κι εδώ είναι καλύτερα τα πράγματα ή πιο ανοιχτόμυαλος ο κόσμος. Μόνο σε κάποια μπαρ που ο ιδιοκτήτης δεν είναι αρνητικός προς κάποιους σαν κι εμάς μπορείς να βρεις δουλειά. Για αυτό και καταλήγουμε στα πεζοδρόμια. Τα συναισθήματα εκείνη τη στιγμή δεν είναι και τα καλύτερα. Σου λέω το κάνω μόνο για τα λεφτά. Δεν φέρνω κανέναν στο σπίτι μου».

Είμαι δυστυχισμένη

Μέσα από τη μακρά συζήτηση που είχαν οι δημοσιογράφοι με την Αμάντα, δεν προέκυπταν και τα πιο ωραία συναισθήματα. Τους μίλησε για τους κινδύνους και τους αρρωστημένους πελάτες της νύχτας αλλά και για τα γκέτο που δημιουργούνται στην πιάτα και κάνουν την κατάσταση πιο δύσκολη.

Ακόμη και το ζήτημα των ασθενειών σε μια εποχή που το AIDS βρισκόταν σε έξαρση, δυσχέραινε κατά πολύ την κατάσταση.

Τα καλιαρντά

Εκείνο το βράδυ, η Αμάντα μίλησε και καλιαρντά. Τα καλιαρντά είναι μία αργκό των ομοφυλόφιλων στην Ελλάδα. Πρωτοεμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1940 και δημιουργήθηκαν από την ανάγκη των ομοφυλόφιλων για έναν κώδικα επικοινωνίας μεταξύ τους, χωρίς να τους αντιλαμβάνεται το εχθρικό περιβάλλον, που τότε επικρατούσε. Τα καλιαρντά αναπτύχθηκαν με τα χρόνια, απέκτησαν ελληνικές καταλήξεις και επηρεάστηκαν από την τουρκική, γαλλική και ιταλική γλώσσα καθώς και από τη ρομανί.

Στις μέρες μας τα καλιαρντά δεν θεωρούνται κρυφή γλώσσα, μια και με την πάροδο του χρόνου ο λαός έμαθε αυτή τη διάλεκτο μέσα από την τηλεόραση. Δεν υπάρχει πλήρως και επισήμως καταγεγραμμένη σε ελληνικά λεξικά από ινστιτούτα μελέτης και καταγραφής της γλώσσας, πράγμα που παραπέμπει τη διάλεκτο αυτή ως “διάλεκτο του δρόμου”. Λεξικό των καλιαρντών δημοσίευσε ο Ηλίας Πετρόπουλος το 1971 για το οποίο (μεταξύ άλλων δημοσιεύσεων) φυλακίστηκε από τη Χούντα.

Το ρεπορτάζ στη Συγγρού

Εκείνο το βράδυ, συνοδεία με την Αμάντα, το Περιοδικό βγήκε τσάρκα στα πεζοδρόμια της Συγγρού. Εκεί που επί χρόνια η μεγάλη οδός των Αθηνών δέχεται στα πεζοδρόμιά της κορίτσια με μίνι και τολμηρά ντεκολτέ, δαντέλες και φουστάνια. Μεταμορφωμένη η μεγάλη λεωφόρος τη νύχτα γράφει τη δική της, προσωπική ιστορία στη μεγαλούπολη. «Μια ιστορία γεμάτη αμαρτία, πάθη, άγρια ένστικτα, αγοραπωλησίες γερές δόσεις ωμότητας και βίτσιων».

Μεταξύ άλλων γνώρισαν τη Χριστίνα, η οποία ξεκίνησε με όνειρο να γίνει δασκάλα, κατέληξε όμως στο πεζοδρόμιο, καθώς όπως η ίδια είπε, δεν θα μπορούσε να λέει ψέματα στα παιδιά, για τη φύση κάποιων ανθρώπων. Μίλησε για τα ζόρια της νύχτας, όμως τελείωσε τη δική της συνέντευξη με μια χαρακτηριστική πρόταση:

«Η ηθική έγκειται στην καλοσύνη. Για μένα ηθικός άνθρωπος είναι αυτός που ζει τη ζωή του χωρίς να ενοχλεί τους άλλους».

«Κάνουμε κοινωνικό λειτούργημα»

Ένα από τα κορίτσια, η Εύα, δήλωνε γεμάτη αυτοπεποίθηση: «Αυτό που κάνουμε εμείς, είναι κοινωνικό λειτούργημα. Αν δεν υπήρχαμε εμείς, τα εγκλήματα θα ήταν πολλά περισσότερα, δεν θα είχαν τρόπο οι άνθρωποι να εκτονωθούν».

Η νύχτα κόντευε να γίνει μέρα και τα κορίτσια της Συγγρού κατέληγαν σε ένα μπαρ που δημιουργήθηκε μόνο για εκείνες: την Στραςς. Ένας χώρος συνάντησης για τους ανθρώπους με τα φανταχτερά φο-μπιζού, για ένα ποτό, έναν καφέ και έναν απολογισμό της κάθε άγριας νύχτας που ζουν.