Τον Δεκέμβριο του 1963 έφεδροι αστυνομικοί σταμάτησαν για έλεγχο ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε μια πόρνη και ένας Τουρκοκύπριος. Οι αστυνομικοί είχαν πληροφορίες ότι στο αυτοκίνητο μετέφεραν πυρομαχικά. Αυτοί αρνήθηκαν να σταματήσουν για έλεγχο και ακολούθησε ένοπλη συμπλοκή. Στην ανταλλαγή πυροβολισμών σκοτώθηκαν οι δύο Τουρκοκύπριοι στην οδό Ερμού. Στην κηδεία τους πήγαν χιλιάδες συμπατριώτες τους και το επόμενο δεκαήμερο Τούρκοι και Έλληνες μετέτρεψαν τους δρόμους σε χαρακώματα.

Η Λευκωσία μετατράπηκε σε εμπόλεμη ζώνη. Ο κόσμος δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει ελεύθερα, πολλοί εγκατέλειπαν τα σπίτια τους ενώ άλλοι οργανώνονταν σε ομάδες κρούσης.

Η Ομορφίτα βρισκόταν στο επίκεντρο των μαχών. Ήταν μεικτή συνοικία και συνόρευε με πολλές τουρκικές γειτονιές. Στις 23 Δεκεμβρίου η Ομορφίτα βρέθηκε περικυκλωμένη από Τουρκοκύπριους εξτρεμιστές και Τούρκους στρατιώτες της ΤΟΥΡΔΥΚ. Από το πρωί, οι Τούρκοι πυροβολούσαν τα σπίτια των Ελληνοκυπρίων. Το πρώτο θύμα ήταν ένας νεαρός, 16 χρονών, ο Γιώργος Ψαράς.

Ο Νίκος Σαμψών και η ένοπλη ομάδά του βγάινουν νικητές από την Ομορφίτα κρατώντας ως λάφυρο την τουρκική σημαία

Όσοι κάτοικοι προσπάθησαν να γλιτώσουν, έτρεξαν στο σπίτι της Χρυστάλλας Βενιζέλου. Ο σύζυγός της, Χαράλαμπος, νοσηλεύονταν σε κλινική μετά από εγχείρηση και η Χρυστάλλα κάλεσε όλους τους κατοίκους της Ομορφίτας που κινδύνευαν από τις σφαίρες των Τούρκων, να μαζευτούν στο σπίτι της. Σύντομα έφτασαν όσοι επέζησαν. Το απόγευμα η 12χρονη κόρη της Χρυστάλλας, η Γιωργούλα, επέστρεφε στο σπίτι. Είχε βγει για να δώσει φαγητό σε έναν στρατιώτη. Όταν έφτασε στο σπίτι της είδε τον μικρό της αδελφό που προσπαθούσε να δέσει τα παπούτσια του. Έσκυψε να τον βοηθήσει και τότε μια σφαίρα των Τούρκων τη βρήκε στην κοιλιά και βγήκε στον μηρό της. Η μητέρα της πριν καταλάβει τι έγινε, έτρεξε κοντά της. Νόμιζε πως η κόρη της είχε λιποθυμήσει από τον φόβο, όταν όμως είδε το αίμα να τρέχει φώναξε στους υπόλοιπους να καλέσουν ασθενοφόρο.

«Αφήστε με να δω το σπίτι μου για τελευταία φορά»

Όταν τηλεφώνησαν στο Νοσοκομείο τους είπαν πως δεν μπορούσαν να παραλάβουν τη μικρή. Είχαν ήδη στείλει ασθενοφόρο προς την περιοχή, που αναγκάστηκε να επιστρέψει όταν έπεσε πάνω σε ένοπλους Τουρκοκύπριους. Για αυτό τους είπαν να βάλουν απλά μία θερμοφόρα στην πληγή της Γιωργούλας και τους έκλεισαν το τηλέφωνο. Οι πόνοι γίνονταν αφόρητοι και η 12χρονη κλαίγοντας παρακαλούσε να τη βοηθήσουν. Κάποιος τους είπε πως ο αστυνομικός σταθμός Ομορφίτας είχε καταληφθεί από Έλληνες και αν την πήγαιναν εκεί θα βοηθούσαν στη μεταφορά της στο νοσοκομείο.

Η άτυχη Γιωργούλλα νεκρή στο Νοσοκομείο. Πέθανε ένα μήνα πριν τα γενέθλιά της που περίμενε πως και πως

Η μητέρα της περιγράφει τα γεγονότα στο Περιοδικό: «Ετοιμαστήκαμε και, μέσα από τις τρύπες των τοίχων, πήραμε τη Γιωργούλα σ’ ένα δρόμο που δεν είχε Τούρκους, όπου μας περίμενε αυτοκίνητο με οδηγό τον Παναγιώτη Βασιλειάδη. Ο μαχητής Αντωνάκης Μιχαήλ και οι άλλοι έβαλαν τη μικρή στο πίσω κάθισμα, κι εγώ κάθισα δίπλα της καλύπτοντάς την μήπως πηγαίνοντας κτυπηθεί και πάλι από τους Τούρκους. Καλύτερα να φάω εγώ τις σφαίρες, σκέφθηκα. Την ώρα που έβγαλαν τη Γιωργούλα στην αυλή, τους είπε: “Αφήστε με να δω για τελευταία φορά το σπίτι μου”! Πώς θα μπορούσα εκείνη την ώρα να φανταστώ ότι η κόρη μου σε λίγη ώρα θα ήταν νεκρή;».

Όσο βρίσκονταν στο αυτοκίνητο, οι Τούρκοι τους γάζωναν από τις ταράτσες των σπιτιών. Δεκάδες σφαίρες τρύπησαν το καπώ του αυτοκίνητου και βρήκαν τη Χρυστάλλα Βενιζέλου στην αριστερή πλευρά. Χωρίς να χάσει το κουράγιο της συνέχισε την πορεία για να σώσει την κόρη της. Τη μετέφεραν μέχρι το εργοστάσιο Ρέτζις από όπου την παρέλαβε κάποιος άλλος και τη μετέφερε στο Νοσοκομείο.

Μυστικό για δυο μήνες

Η Γιωργούλλα πέθανε τη στιγμή που την έβαζαν στο χειρουργείο. Η σφαίρα που της έριξαν ήταν τύπου «ντουμ-ντουμ» και εξερράγη μέσα στο πόδι της προκαλώντας πολλαπλά τραύματα. Η μητέρα της που νοσηλευόταν σε άλλη πτέρυγα του Νοσοκομείου ρωτούσε συνέχεια τις νοσοκόμες, τι απέγινε η Γιωργούλα της. «Την έχουν στη μετάγγιση» της έλεγαν. Ακόμη κι όταν ρώτησε τον Υπουργό Εσωτερικών, Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, της είπε πως όταν αναρρώσει θα την φέρουν κοντά της. Μόνο ο Πρόεδρος Μακάριος, που επισκέφθηκε τα θύματα της είπε την αλήθεια δυο μήνες μετά. Η μητέρα της δεν θα ξεχάσει τα τελευταία λόγια της κόρης της που της έδωσε ελπίδα πως θα την ξαναδεί, όταν της είπε «Μην ανησυχείς μάμμα, δεν έχω τίποτε». Οι ένοπλη σύγκρουση εκείνων των ημερών είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 364 Τουρκοκυπρίων και 174 Ελληνοκυπρίων.

Πληροφορίες: Το Περιοδικό, Νίκος Παπαναστασίου