Υπήρξε ίσως η πιο συζητημένη προσωπικότητα της σύγχρονης Κυπριακής Ιστορίας και ταυτόχρονα η προσωποποίηση των πιο μεγάλων στιγμών της. Γεννημένος ένα χρόνο πριν την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου, το 1913, και μεγαλωμένος κατά τη διάρκεια μίας ιδιαίτερα ταραγμένης ιστορικά περιόδου, από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τη διαίρεση του κόσμου στο δίπολο των πολιτικών και οικονομικών διενέξεων ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, ο Μακάριος ή κατά κόσμο Μιχαήλ Χριστόδουλος Μούσκος, ωρίμασε πολιτικά και συνύφανε τη ζωή και την πορεία του με την ταυτόχρονη ιστορική εξέλιξη της Κύπρου.

Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Χριστόδουλου και της Ελένης Μούσκου, από την Παναγιά της Πάφου και υπήρξε, κατά κοινή ομολογία, ένα ζωηρό και έξυπνο παιδί με κλίση στα γράμματα και ροπή προς την εκκλησία και τη θρησκεία[1]. Στα 10 του χρόνια ο Μιχαήλ Μούσκος έχασε τη μητέρα του[2]. Ο θάνατός της υπήρξε καταλυτικός στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του και καθόρισε τη μετέπειτα ζωή του.

makarios-kipros-neos

Μεγαλωμένος στο αγροτικό χωριό της Πάφου, ο πατέρας του αποκρινόταν στον δάσκαλο όποτε τον συναντούσε Τι να σου πω κυρ-δάσκαλε. Τα ‘χω χαμένα με αυτό το παιδί. Δεν θα γίνει ποτές του καλός βοσκός[3]. Ο Μιχαήλ Μούσκος όντως δεν ακολούθησε την αγροτική ζωή και δεν έγινε κτηνοτρόφος. Ο νεαρός Μιχαήλ είχε ιδιαίτερη κλίση και ροπή στα γράμματα, κλίση την οποία καλλιέργησε και ο ιερέας και θείος του, παπά-Πολύκαρπος, που τον άφηνε να χτυπά την καμπάνα, να ετοιμάζει τον θυμιατό, και να ψάλλει, ενώ οι δυο τους συζητούσαν ώρες ατέλειωτες και ο θείος του τού εξιστορούσε άλλες εποχές, διδάσκοντάς τον την ιστορία του τόπου μας. Είναι ο διάκος μου ανέφερε γεμάτος καμάρι για τον μικρό του ανιψιό, όποτε τον έβλεπε να συγκεντρώνει τους συνομήλικούς του και με τις ώρες να ψάλλει μαζί τους[4].

Τον Ιούνιο του 1926 αποφοίτησε από το δημοτικό σχολείο Παναγιάς με «Άριστα». Ο πατέρας του, κατόπιν προτροπής του δασκάλου Νεοκλή Καραολή, συναίνεσε στο να σταλεί στο μοναστήρι του Κύκκου, για να καταφέρει να σπουδάσει, όπως και έγινε. Ήτανε 1η Οκτωβρίου του ιδίου έτους, όταν ο Μιχαήλ Μούσκος περνούσε το κατώφλι της Μονής Κύκκου και ταυτόχρονα έκανε το πρώτο του βήμα στη μακρά σταδιοδρομία που θα τον ανέβαζε από ‘δω και πέρα στα υψηλότερα αξιώματα της Κύπρου[5].

Σύμφωνα με το μοναστικό έθιμο ο Μιχαήλ αντικατέστησε το πατρικό του επίθετο Μούσκος με το καθιερωμένο προσωνύμιο Κυκκώτης[6]. Στη μονή παρέμεινε για εφτά χρόνια, τα οποία τον μεταμόρφωσαν σε ένα λιγομίλητο και ταπεινό νέο, ο οποίος σημείωνε αργότερα Στη γαλήνη του μοναστηριού προσπαθούσα να διαμορφώσω τον χαρακτήρα μου, να ασκήσω τον εαυτό μου […][7]. Τον Σεπτέμβριο του 1933 λόγω της άριστης επίδοσής του και με απόφαση του Ηγουμένου της Μονής Κλεόπας[8], μεταφέρθηκε στο Μετόχι του Κύκκου, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας, σε ηλικία 20 ετών[9].

Κατά τη διάρκεια της τριετούς φοίτησής του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο υπήρξε υπόδειγμα μαθητή. Αποφοίτησε το καλοκαίρι του 1936 με «Άριστα» και επέστρεψε στη Μονή Κύκκου, πλέον ως διευθυντή της Σχολής Κύκκου και ένα χρόνο αργότερα, κατόπιν δικού του αιτήματος, ανέλαβε χρέη Γραμματέως στο Ηγουμενοσυμβούλιο που είχε την έδρα του στο Μετόχι του Κύκκου στη Λευκωσία[10].

Η ανοδική του πορεία ήταν ταχεία και έτσι στις 7 Αυγούστου 1938 πραγματοποιήθηκε η τελετή της χειροτονίας του σε διάκονο στο Κτήμα, από τον Μητροπολίτη Πάφου και Τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου Λεόντιο. Ήταν η μέρα που, σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά θέσμια, εγκατέλειψε πλέον τη λαϊκή του ιδιότητα, ο Μιχαήλ έγινε Μακάριος και εισήλθε στους κόλπους της Εκκλησίας ως διάκονος του ναού Αποστόλου Βαρνάβα[11].

Το επίμονο αίτημά του για υποτροφία και περαιτέρω ολοκλήρωση των σπουδών του εισακούστηκε και ένα μήνα μετά η Μονή Κύκκου του παραχώρησε υποτροφία με την οποία ταξίδευσε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών[12]. Παράλληλα με τη φοίτησή του υπηρέτησε ως διάκονος στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην Αθήνα, από το 1941 έως το 1946,όταν χειροτονήθηκε ιερέας από τον μητροπολίτη Αργυρόκαστρου Παντελεήμονα και κατόπιν προχειρίστηκε σε Αρχιμανδρίτη[13]. Παράλληλα με τις σπουδές του βίωσε και τις κακουχίες της γερμανοϊταλικής κατοχής. Η πείνα και η εξάντληση ήταν καθημερινή παρόλα αυτά με την έναρξη της Αντίστασης, στα μάτια του Μακαρίου έπαιρναν μορφή όλες οι ιστορίες που αφηγείτο κάποτε ο θείος του, όταν οι δυο τους άνοιγαν το κεφάλαιο της ιστορίας της Ελλάδος[14].

Το 1946, και ενώ η κατοχή είχε τελειώσει, το Οικουμενικό Συμβούλιο Εκκλησιών του προσέφερε υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές στη Βοστώνη των Η.Π.Α.[15]. Στο Koλλέγιο Θεολογίας του Πανεπιστημίου της Βοστώνης παρακολούθησε μαθήματα «Κοινωνιολογίας της Θρησκείας», πρόγραμμα το οποίο όμως δεν ολοκλήρωσε, καθώς όσο βρισκόταν εκεί η λαϊκή ετυμηγορία τον ανέδειξε Μητροπολίτη Κιτίου, Νέας Πόλεως Λεμεσού, Κουρίου και Αμαθούντος[16]. Ο Μακάριος, αφιερωμένος στην Εκκλησία της Κύπρου, αποδέχτηκε τη θέση και στις 13 Ιουνίου 1948 ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Β’ τοποθέτησε την αρχιερατική μίτρα στον νέο Μητροπολίτη[17] σε μία εορταστική τελετή κατά την οποία πλήθος κόσμου είχε συρρεύσει.

12-0

Ως Μητροπολίτης Κιτίου ανέπτυξε ποικιλότροπη δραστηριότητα, δίνοντας προτεραιότητα στη δημιουργία ενός ηθικού κόσμου, όπου πρώτα τα παιδιά θα έβρισκαν ανταπόκριση, αγάπη και φροντίδα. Έτσι, ιδρύθηκε το Διανέλλειο Ορφανοτροφείο στη Λάρνακα, η Φιλόπτωχος Αδελφότητα Λάρνακας, η γυναικεία μονή Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου και το «Ταμείον για τον Κλήρο», μέσω του οποίου αυξάνονται οι χαμηλές έως τότε απολαβές των ιερωμένων[18].

Η σημαντικότερη ωστόσο στιγμή κατά τη διάρκεια της μητροπολιτικής του θητείας, ήταν η πρόταση για τη διεξαγωγή του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, ούτως ώστε ο κυπριακός λαός να μπορεί να αποφασίσει για το πολιτικό του μέλλον, δημοψήφισμα το οποίο διεξήχθη στις 15 Ιανουαρίου 1950. Παρ’ όλους τους εκφοβισμούς της αποικιακή κυβέρνηση, εκείνη τη μέρα στις κάλπες προσήλθαν 215.108 άτομα επί συνόλου 224.757 Ελλήνων της Κύπρου που είχαν δικαίωμα υπογραφής, εκ των οποίων υπέρ υπέγραψε το ποσοστό 95,7%. Υπέρ υπέγραψαν και κάποιοι Τουρκοκύπριοι αν και η ηγεσία τους ήταν ενάντια στην προοπτική της Ένωσης.

Στις 20 Οκτωβρίου 1950 διαδέχθηκε στον θρόνο της αποστολικής Εκκλησίας του Αποστόλου Βαρνάβα τον αποβιώσαντα, στις 28 Ιουνίου 1950, Μακάριο Β’, Μυριανθέα κατά κόσμο, και εξελέγη νέος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Ο Μακάριος Γ’΄, όπως θα έμενε γνωστός από εδώ και στο εξής, γύρναγε μία νέα σελίδα στην ιστορία της Κύπρου, αναλαμβάνοντας πλέον τα καθήκοντα του διττού και καθοριστικού για την πορεία του τόπου, ρόλου του. Ήταν Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης· θρησκευτικός και ex officio πολιτικός αρχηγός του τόπου. Εκείνη τη μέρα ο νεαρός, μόλις 37 ετών, πρωθιεράρχης, εκφώνησε τον πύρινο ενθρονιστήριο λόγο του, καθιστώντας σαφείς τις πολιτικές προθέσεις του προς άπαντες και δη, προς τη βρετανική αποικιοκρατική Κυβέρνηση: Πάση δυνάμει και πάση θυσία θα συνεχίσω μετά του φιλοπάτριδος ελληνικού κυπριακού λαού, τον εθνικόν αγώνα, βαδίζων επί αδιαλλάκτου προς τον κυρίαρχον ενωτικής γραμμής, ουδέν έτερον επιδιώκων ειμή μόνον την Ένωσιν μετά της ελληνικής μητρός[19].

Η διακήρυξη της αδιάλλακτης ενωτικής γραμμής ήταν η αρχή της νέας πολιτικής σταυροφορίας του Εθνάρχη Μακαρίου Γ’. Αποφασιστικός και δραστήριος οργάνωσε αρχικά τη νεολαία, ιδρύοντας την «Παγκύπρια Εθνική Οργάνωση Νεολαίας» (ΠΕΟΝ), η οποία μαζί με την ΟΧΕΝ θα αποτελούσαν τις κυριότερες δεξαμενές στελεχών του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα[20] και ακολούθως διοχέτευσε στην Αθήνα την αδιάλλακτη στάση του για επίτευξη του ενωτικού του στόχου, επισκεπτόμενος συχνά την ελλαδική πρωτεύουσα.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1959 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες εκλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι πολίτες καλούνταν να αναδείξουν τον πρώτο Πρόεδρο, ο οποίος θα ήταν Ελληνοκύπριος, και τον πρώτο Αντιπρόεδρο, ο οποίος θα ήταν Τουρκοκύπριος. Με μοναδικό αντίπαλο τον Ιωάννη Κληρίδη, τον οποίο στήριξε η δεξιά και το ΑΚΕΛ, η λαϊκή ετυμηγορία ανέδειξε στον προεδρικό θώκο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’, με το συντριπτικό ποσοστό του 66,29%. Ήταν η μέρα που ο Μακάριος λάμβανε τον σταυρό μίας ήδη προβληματικής και λειψής Δημοκρατίας, με αρκετά προβλήματα και κενά στη νομοθεσία καθώς επίσης και «απωθημένα», για την ελληνοκυπριακή κοινότητα, καθώς η λύση της ανεξαρτησίας υπήρξε το αποτέλεσμα ενός οδυνηρού συμβιβασμού μπροστά σε μία ενδεχόμενη διχοτόμηση.

            Παρ’ όλες ωστόσο τις προβληματικές συνταγματικές πτυχές, ο νέος Πρόεδρος επιδόθηκε στην οικονομική ανόρθωση του νησιού εφαρμόζοντας ένα πενταετές Πρόγραμμα Αναπτύξεως, με το οποίο ανοίχτηκαν νέες θέσεις εργασίας, κινήθηκαν επιχειρήσεις και έτσι το οικονομικό ζήτημα της Δημοκρατίας, άρχισε ήδη να αμβλύνεται. Επιπλέον, σε μία εποχή όπου ο Ψυχρός Πόλεμος και το ιδεολογικό δίπολο Η.Π.Α. – Ε.Σ.Σ.Δ. καθόριζαν τα πάντα, ο Μακάριος Γ’ πραγματοποιώντας μία σειρά από επισκέψεις σε χώρες αδέσμευτες, ενίσχυσε την πολιτική θέση του νησιού.

Οι αδυναμίες του νέου δικοινοτικού Κράτους εντοπίζονταν σε διάφορους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής του ζωής. Στις 29 Νοεμβρίου 1963 ο Πρόεδρος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ κατέθεσε πρόταση του Συντάγματος με τα λεγόμενα Δεκατρία Σημεία[21]. Οι προτάσεις του Μακαρίου, μεταξύ άλλων, αφαιρούσαν το δικαίωμα βέτο από τον Ελληνοκύπριο πρόεδρο και τον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο. Επίσης, άλλαζαν το σύστημα των χωριστών πλειοψηφιών, περιορίζοντας τα υπερπρονόμια της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε διασφαλισμένα δικαιώματα μειονότητας. Οι προτάσεις δόθηκαν στον αντιπρόεδρο Φαζίλ Κουτσιούκ και ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο οποίος δεν απάντησε ποτέ. Στις 7 Δεκεμβρίου ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Ερκίν ανήγγειλε ότι η Άγκυρα είχε απορρίψει τις προτάσεις και την ίδια ημέρα ο Τούρκος Πρέσβης Οκζόλ έδωσε στον Μακάριο τη γραπτή απόρριψη. Ο Πρόεδρος Μακάριος δεν έκανε δεκτές τις απορρίψεις, τονίζοντας πως οι προτάσεις δόθηκαν στον Αντιπρόεδρο Φαζίλ Κιουτσούκ και δεν δέχεται την απάντηση των ξένων κυβερνήσεων[22].

Στις 21 Δεκεμβρίου 1963 ένας αστυνομικός έλεγχος σε τουρκοκυπριακό όχημα αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για τις ταραχές του ’63-’64, όταν αυτό δεν σταμάτησε σε αστυνομικό έλεγχο με αποτέλεσμα κατόπιν σύγκρουσης να προκληθεί ο θάνατος δυο Τουρκοκυπρίων. Ήδη από την επόμενη μέρα οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν και εξαπλώθηκαν αρχικά στις περιοχές της Λευκωσίας και ακολούθως στην υπόλοιπη Κύπρο[23].\

Στις 29 Δεκεμβρίου 1963, προκειμένου να παύσουν οι διακοινοτικές εχθροπραξίες, ο βρετανός υποστράτηγος Πίτερ Γιανγκ χάραξε πάνω στον χάρτη της Κύπρου με ένα πράσινο μολύβι τη λεγόμενη «Πράσινη Γραμμή»[24]. Στην ουσία επρόκειτο για την οριοθέτηση μεταξύ των Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων με σκοπό την αποτροπή της κλιμάκωσης της έντασης. Την επόμενη ημέρα υπογράφηκε συμφωνία η οποία όριζε πράγματι τα όρια της ουδέτερης ζώνης και τις περιοχές στις οποίες θα περιορίζονταν οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι αντίστοιχα[25]. Το μνημόνιο αυτό σφράγιζε επίσημα την κατάρρευση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και την πρώτη μορφή διχοτόμησης του νησιού.

Οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, η δημιουργία θυλάκων και στρατιωτικά ενισχυμένων προγεφυρωμάτων καθώς και η διαρκής εκπαίδευση των Τουρκοκυπρίων εκ μέρους της ΤΜΤ και των Τούρκων αξιωματούχων, επέβαλε την άμεση στρατιωτική ενίσχυση της ελληνοκυπριακής πλευράς[26]. Την 1η Ιουνίου 1964, η Βουλή ψήφισε αυθημερόν την πρόταση-νόμο που κατατέθηκε με τίτλο «Ο περί της Εθνικής Φρουράς Νόμος του 1964». Η πρώτη υποχρεωτική στρατιωτική κατάταξη πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουνίου 1964, με «πρωτοφανή ενθουσιασμό»[27] ενώ σημαντική υπήρξε και η συμμετοχή πολλών πολιτών-εθελοντών, οι οποίοι θεώρησαν χρέος τους την προσφορά των υπηρεσιών τους στην πατρίδα[28]. Παράλληλα αποφασίσθηκε από την ελληνική κυβέρνηση του Γεώργιου Παπανδρέου και την έγκριση του Προέδρου Μακαρίου, η αποστολή ελληνικής μεραρχίας 2, 000 ανδρών με την ονομασία Ελληνική Μεραρχία Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) και αρχηγό τον υποστράτηγο Δημήτριο Γεωργιάδη[29].

Το καλοκαίρι του 1964, ο πρόεδρος Μακάριος βρέθηκε μπροστά από νέα απειλή καθώς ο θύλακας Μανσούρας-Κοκκίνων, που είχε δημιουργηθεί βορειοδυτικά της Κύπρου στην περιοχή της Τηλλυρίας[30], αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα προπύργια των Τουρκοκυπρίων, αφού στον κόλπο των Κοκκίνων στον οποίο λόγω της φυσικής του διαμόρφωσης είναι αδύνατον να πλησιάσουν μεγάλα πλοία[31] και έτσι με ταχύπλοα σκάφη, οι Τούρκοι εξόπλιζαν με  έμψυχο υλικό τους θύλακες ήδη από τον Ιανουάριο του ‘64[32] και βαρέα όπλα από την Τουρκία[33].

            Οι μάχες διήρκησαν από τις 7-9 Αυγούστου, ημέρα η οποία υπήρξε καταστροφική και συγκλονιστική. Αν και δεν σημειώθηκε καμία επιχείρηση εκ μέρους των ελληνικών δυνάμεων, η τουρκική αεροπορία βομβάρδιζε επί δύο ώρες τις γύρω κατοικημένες περιοχές με βόμβες ναπάλμ. Τελικά, οι βομβαρδισμοί διακόπηκαν μετά από τελεσίγραφο της κυπριακής κυβέρνησης προς την Άγκυρα, πως εάν δεν έπαυαν θα εξαπέλυαν επιθέσεις εναντίον τουρκοκυπριακών χωριών[34].

Στις 2 Μαρτίου 1972, κατά τη διάρκεια της συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, ο Μητροπολίτης Γεννάδιος (Μαχαιριώτης) της Πάφου, ο Μητροπολίτης Ανθέμιος (Μαχαιριώτης) του Κιτίου και ο Μητροπολίτης Κυπριανός (Κυριακίδης) της Κερύνειας κατέθεσαν πρόταση με την οποία ζητούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος να παραιτηθεί από τη Προεδρία της Δημοκρατίας της Κύπρου επειδή θεωρούσαν ότι η παράλληλη άσκηση εκκλησιαστικών και κοσμικών καθηκόντων, από έναν κληρικό, ήταν ενάντια στους κανόνες της Εκκλησίας[35]. Αυτή τους η πρόταση, ήταν η αρχή του «Εκκλησιαστικού Πραξικοπήματος», όπως έμεινε γνωστό το ζήτημα, κατά του πρόεδρου της Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’.

Η απάντηση του Μακαρίου ήρθε στις 19 Μαρτίου, λίγες μόνο μέρες μετά την ανακοίνωση που εξέδωσε η Σύνοδος. Με την απάντησή του κατηγόρησε τους τρεις επισκόπους πως συνωμότησαν μεταξύ τους, αλλά και με άλλους εξω-εκκλησιαστικούς παράγοντες. Συν τοις άλλοις πρόσθεσε, πως το αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ιδιότητα του Εθνάρχη δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κοσμικό σε μια εποχή που οι Ορθόδοξοι Έλληνες της Κύπρου αγωνίζονταν για την εθνική τους επιβίωση.

Το ζήτημα αναζωπυρώθηκε όταν στις 8 Φεβρουαρίου 1973 ο Μακάριος επανεξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας και συγκαλώντας νέα Σύνοδο στις 7 Μαρτίου 1973 κάλεσαν τον Μακάριο σε απολογία. Ο ίδιος δήλωσε σε απαντητική του επιστολή ότι η Σύνοδος των τριών Μητροπολιτών ήταν άκυρη και καμία απόφαση που θα λάμβαναν δεν θα είχε οποιαδήποτε ισχύ. Οι Μητροπολίτες ακάθεκτοι συναντήθηκαν μεταξύ τους και αποφάσισαν την καθαίρεση του Μακάριου από το αξίωμά του ως Αρχιεπισκόπου.

Ο Μακάριος συγκάλεσε Μείζων και Υπερτελή Σύνοδο στις 5-6 Ιουλίου με εκπροσώπους από τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, τα οποία παρέστησαν όλα (13 Επίσκοποι εκπροσώπησαν την Ορθόδοξη Εκκλησία) με εξαίρεση την Εκκλησία της Ελλάδας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη. Η Σύνοδος αποφάσισε να καλέσει τους τρεις Μητροπολίτες σε απολογία, εκείνοι όμως αρνήθηκαν και μία μέρα πριν το πραξικόπημα καθαιρέθηκαν.

Image result for μακάριος πραξικόπημα

Ο Πρόεδρος Μακάριος βρέθηκε στο στόχαστρο των πολιτικών του αντιπάλων, της CIA και της Χούντας αρκετές φορές. Αποκορύφωμα των δολοφονικών σχεδίων της Χούντα και της ΕΟΚΑ Β’, υπήρξε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Στις 08:15 το πρωί τεθωρακισμένα άρματα, λοκατζήδες και τμήματα της ΕΛΔΥΚ μαζί με μέλη της ΕΟΚΑ Β’ κύκλωσαν το Προεδρικό. Όμως ο Μακάριος κατάφερε να διαφύγει από τη δυτική πλευρά του κτηρίου, στην οποία ακόμη δεν είχαν φτάσει οι πραξικοπηματίες. Για τη CIA, ούτε το πραξικόπημα και η κυπριακή τραγωδία του ’74, υπήρξαν αρκετά. Έως και το 1976, σχεδίαζε με νέους τρόπους να δολοφονήσει τον Μακάριο. Όμως κάθε φορά τα σχέδιά της αποκαλύπτονταν και ο Αρχιεπίσκοπος γλίτωνε. Τελικά, τον πρόδωσε η καρδιά του στις 3 Μαρτίου 1977.

Περιπαιχτικά έλεγε κάθε φορά που τον προειδοποιούσαν οι οικείοι του να προσέχει «Δεν πεθαίνω ακόμη εγώ, έχω κοντράτο με τον Θεό».

[1] Ντίνος Ηλιάδης, «Ο Μακάριος ως άνθρωπος» στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ (επ.), Για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Εθνάρχη Μακαρίου Γ’ (1913-1977), Λευκωσία 2015, σελ. 249

[2] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 17

[3] Λεωνίδας Καραγιάννης, «Ελέω Θεού, Μακάριος, Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Το χωριατόπαιδο που έγινε Εθνάρχης», Περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους¸ τόμος Α’, τχ. 8, 30 Σεπτεμβρίου 1957, σελ. 7

[4] Λεωνίδας Καραγιάννης, «Ελέω Θεού, Μακάριος, Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Το χωριατόπαιδο που έγινε Εθνάρχης», Περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους¸ τόμος Α’, τχ. 8, 30 Σεπτεμβρίου 1957, σελ. 7

[5] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 19

[6] Λεωνίδας Καραγιάννης, «Ελέω Θεού, Μακάριος, Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Δόκιμος στο Μοναστήρι», Περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους¸ τόμος Α’, τχ. 8, 30 Σεπτεμβρίου 1957, σελ. 9

[7] Ντίνος Ηλιάδης, «Ο Μακάριος ως άνθρωπος» στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ (επ.), Για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Εθνάρχη Μακαρίου Γ’ (1913-1977), Λευκωσία 2015, σελ. 249

[8] Λεωνίδας Καραγιάννης, «Ελέω Θεού, Μακάριος, Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Δόκιμος στο Μοναστήρι», Περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους¸ τόμος Α’, τχ. 9, 15 Οκτωβρίου 1957, σελ. 9

[9] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 24

[10] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 29

[11] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 29

[12] Λεωνίδας Καραγιάννης, «Ελέω Θεού, Μακάριος, Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Στο γυμνάσιο και στην Αθήνα», Περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους¸ τόμος Α’, τχ. 10, 28 Οκτωβρίου 1957, σελ. 5

[13] Λεωνίδας Καραγιάννης, «Ελέω Θεού, Μακάριος, Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Στο γυμνάσιο και στην Αθήνα», Περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους¸ τόμος Α’, τχ. 10, 28 Οκτωβρίου 1957, σελ. 5

[14] Λεωνίδας Καραγιάννης, «Ελέω Θεού, Μακάριος, Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Στο γυμνάσιο και στην Αθήνα», Περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους¸ τόμος Α’, τχ. 10, 28 Οκτωβρίου 1957, σελ. 5

[15] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 31

[16] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 33

[17] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 33

[18] Πάνος Ιωάννου Μυρτιώτης, Μακάριος¸ Κύπρος 2000, σελ. 37-38

[19] «Ενθρονιστήριος λόγος της Α.Μ. του αρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Μακαρίου Γ’ εις τον Καθεδρικόν Ναόν του Αγίου Ιωάννου Λευκωσίας. 20 Οκτωβρίου 1950», στο Άπαντα Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ’, τόμος Α’, 1948-1954, 1991, σελ. 63

[20] Πέτρος Παπαπολυβίου, «Η συμβολή του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στην προετοιμασία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959», στο Λευτέρης Παπαλεοντίου (επ.), Για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του εθνάρχη Μακαρίου Γ’ (1913-1977), Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, Λευκωσία 2015, σελ. 68

[21] Παναγιώτης Παπαδημήτρης, ο.π., σελ. 106

[22] Γιάννης Κ. Λάμπρου, ο.π., σελ. 102

[23] Μακάριος Δρουσιώτης, ο.π., σελ. 138

[24] Kaoullas, L.G. (2017), ο.π., σελ. 308

[25] Μακάριος Δρουσιώτης, ο.π., σελ. 149

[26] Άγγελος Χρυσοστόμου, «Η στρατιωτική ενίσχυση της Κύπρου», εφ. Καθημερινή, 17/7/2016, στον εξής σύνδεσμο http://www.kathimerini.gr/867775/article/epikairothta/ellada/h-stratiwtikh-enisxysh-ths-kyproy

[27] Άγγελος Χρυσοστόμου, «Από τον Κυπριακό στρατό στην Εθνική Φρουρά», ο.π., σελ. 11

[28] Λάμπρος Καούλλας, «Το έλλειμμα ασφάλειας και η κοινωνικοποίηση του μονοπωλίου της βίας κατά την κρίση του 1963-1964: μια πρώτη θεωρητική προσέγγιση», στο Εθνική Φρουρά και Ιστορία, τεύχος 35ο, Ιανουάριος-Ιούνιος 2015, σελ. 45

[29] Άγγελος Χρυσοστόμου, «Η στρατιωτική ενίσχυση της Κύπρου», ο.π.

[30] Κώστας Χατζηαντωνίου, ο.π., σελ. 137

[31] Λούης Λοϊζου, ο.π., σελ. 391

[32] Στο ίδιο, σελ. 19

[33] Κώστας Χατζηαντωνίου, ο.π., σελ. 137

[34] Κώστας Χατζηαντωνίου, ο.π., σελ. 140

[35] Το εκκλησιαστικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου