Αναδημοσίευση από το Περιοδικό

Τρεις φορές αιχμαλωτίστηκε από τους Ιταλούς και Γερμανούς στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ο Κύπριος Χριστόδουλος Γ. Πουρκουράς, από το Παλαίκυθρο, τώρα πρόσφυγας στη Λευκωσία. Τρεις φορές μέσα σε μια ολόκληρη εξαετία από την ημέρα που κατατάγηκε στον αγγλικό στρατό, όπως χιλιάδες άλλες Κύπριοι.

Ο Πουρκουράς εργαζόταν το 1939 στο μεταλλείο του Μαυροβουνίου στον Ξερό, με την κήρυξη όμως του πολέμου οι δουλειές έκλεισαν και επέστρεψε στο χωριό του. Γράφτηκε στον στρατό και έμεινε για τρεις μήνες στα Πολεμίδια για εκπαίδευση. Στη συνέχεια με 800 άλλους Κύπριους – Έλληνες και Τούρκους – μεταφέρθηκε με πλοίο στην Αίγυπτο κι απ’ εκεί στη Λιβύη, όπου έμεινε για μερικούς μήνες με αποστολή τη μεταφορά τροφίμων, βενζίνης και νερού στο μέτωπο.

Κάποια μέρα, τους είπαν ότι θα τους επέστρεφαν στην Κύπρο, όμως τους πήραν στην Ελλάδα, όπου μετά από πολλές περιπλανήσεις ο Πουρκουράς συνελήφθη αιχμάλωτος στη Μάνη. Αφηγείται σχετικά ο ίδιος στο Περιοδικό:

«Στη Μάνη μας έπιασαν αιχμάλωτους οι Γερμανοί. Μας έβαλαν σ’ ένα στρατόπεδο, μετά από τρεις μέρες, όμως απέδρασα με τον φίλο μου Γιάννη Δικωμίτη, από το Δίκωμο. Βρήκα μια τρύπα σαν γαλαρία, η οποία έβγαζε μίλια μακριά, σ’ έναν ποταμό. Φύγαμε μόνοι μας, γιατί αν το λέγαμε σε άλλους, το πιο πιθανό ήταν να μας αντιλαμβάνονταν οι Γερμανοί και το σχέδιό μας να ναυαγούσε. Είμαστε νηστικοί και διψασμένοι. Όταν βγήκαμε από τον ποταμό, είδαμε να έρχονται από απέναντι τρεις κοπέλες με παλτά και στάμνες στον ώμο. Θα έπαιρναν νερό από κάποιον λάκκο που ήταν εκεί. Έβγαλα μια σίκλα νερό και ήπια σχεδόν τη μισή. Οι κοπέλες μας πήραν για Άγγλους, αλλά όταν τους μίλησα Ελληνικά, χάρηκαν. Οι κοπέλες αυτές μας βοήθησαν να απομακρυνθούμε, δίνοντάς μας τα παλτά και τις στάμνες τους. Η μια πήγε μαζί μας σ’ ένα κοντινό σπίτι, όπου μας φιλοξένησαν. Απ’ εκεί με τη βοήθεια ενός γέρου, πήγαμε στο Ναύπλιο. Περπατούσαμε τρία μερόνυχτα. Στο Ναύπλιο μείναμε στο σπίτι κάποιου Γιάννη Τζιούδα, φτωχού με τρία παιδιά. Μείναμε πέντε μέρες και θελήσαμε να φύγουμε για να μην τον δυσκολεύουμε άλλο. Αυτός δεν δέχτηκε και μας είπε “Εκεί που θα πεθάνω εγώ, θα πεθάνετε κι εσείς”».

Ωστόσο, οι δύο Κύπριοι αποφάσισαν να φύγουν κι από το Ναύπλιο πήγαν στο χωριό του πατέρα του Τζιούδα, στο Περιπάτι. Έμειναν οκτώ μέρες και από εκεί πήγαν στο διπλανό χωριό Άγιος Βασίλης και στη συνέχεια στο Κοντοσταύρι. Εκεί έμειναν σε ένα σπίτι για 13 μήνες. Ο νοικοκύρης στο διάστημα αυτό, τους πήρε στο Δημαρχείο Κορίνθου όπου έβγαλαν ψεύτικες ταυτότητες.

Ο Πουρκουράς σύμφωνα με την ταυτότητά του γεννήθηκε στις 9.10.1919. Από εκεί και πέρα μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα και να εργάζονται σε αγροτικές εργασίες.

«Σ’ ένα χωριό  της Ελλάδας, στο οποίο έκαμα μόνο ένα βράδυ, ένας Γερμανός έπιασε μια κοπέλα για να τη βιάσει. Ένας γέρος τότε έτρεξε στο σπίτι που έμενα και με πληροφόρησε. Πήγα εκεί σιγά-σιγά χωρίς να με αντιληφθεί ο Γερμανός και τον κάρφωσα με τη λόγχη αριστερά του λαιμού. Εννοείται πως πριν ξημερώσει εξαφανίστηκα από το χωριό».

Κάποια μέρα οι Γερμανοί συνέλαβαν τον Γιώργο Δικωμίτη και τον πήραν στην Κόρινθο, όπου μετά από πολλές ταλαιπωρίες κατέληξε και ο Πουρκουράς. Έμεινε στο σπίτι του ξενοδόχου Ιωάννη Αγκιστριώτη, για να συλληφθεί μετά από Ιταλούς και να μεταφερθεί με πολλούς άλλους, με πλοίο στο Μπάρι της Ιταλίας. Εκεί έμεινε τρία χρόνια.

«Έβαλα γινάτι και μέσα σε λίγο καιρό έμαθα τα ιταλικά. Είμαστε σ’ ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων, όπου περνούσαμε σχετικά καλά. Έκανα τον μάγειρα και με τον τρόπο μου και τη γλώσσα που έμαθα, κατόρθωνα να βρίσκω αρκετό φαϊ για να τρώω. Μετά τη συνθηκολόγηση βγήκαμε από το στρατόπεδο και φύγαμε.

Εγώ και πολλοί άλλοι βρήκαμε καταφύγιο σε σπίτια Ιταλών. Σ’ ένα τέτοιο σπίτι, ο ιδιοκτήτης μού πρότεινε να παντρευτώ.

“Είμαι παντρεμένος στην Κύπρο και έχω και τρία παιδιά”. Μου είπε πως δεν τον πειράζει, αφού μπορούσα να είμαι παντρεμένος και στην Κύπρο και στην Ιταλία. Εκείνη τη στιγμή πλησίασε η 17χρονη κόρη του και με ρώτησε “Δεν είναι καλή;”. “Είναι”, του απάντησα. “Ε, τότε να την πάρεις”, μου είπε με μια φυσικότητα.

Σ’ αυτό το σπίτι έμεινα ένα μήνα, οπόταν μας πρόδωσαν και μας συνέλαβαν Ιταλοί φασίστες. Στη συνέχεια με παρέλαβαν Γερμανοί και με πολλούς άλλους αιχμαλώτους μας μετέφεραν στη Βαρσοβία, αφού περάσαμε από την Αυστρία και τη Γερμανία. Στη Βαρσοβία μείναμε σε ένα στρατόπεδο για 18 μήνες. Όταν οι Γερμανοί ηττήθηκαν στη Ρωσία και άρχισαν να υποχωρούν, οι φρουροί μας μας οδήγησαν περπατητούς στην Τσεχοσλοβακία. Περπατούσαμε για 47 ολόκληρες μέρες, πριν όμως φτάσουμε στην κωμόπολη, Ράιχεν Νάου, οι Γερμανοί μας εγκατέλειψαν και μας ανέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός. Απ’ εκεί πήγαμε στην Πράγα, η οποία ήταν κυριολεκτικά γεμάτη από πτώματα και σπασμένα τζάμια. Για 15 μέρες μαζεύαμε πτώματα, τα φορτώναμε σε αυτοκίνητα και στη συνέχεια τα έθαβαν με ένα τρακτέρ. Στην πόλη υπήρχαν 45.000 Γερμανοί των SS, από τους οποίους κανένας δεν έμεινε ζωντανός.

Μετά από 20 μέρες μας πήραν στη Γαλλία κι απ’ εκεί στην Αγγλία από όπου επιστρέψαμε στην Κύπρο. Μπήκα ξανά στο σπίτι μου ύστερα από πέντε χρόνια και 313 μέρες!