Για πολλούς Κύπριους η δοκιμασία του εγκλωβισμού, υπήρξε πέρα για πέρα τραυματική. Πολλοί από αυτούς θυμούνται τα βασανιστήρια και τον εξευτελισμό που βίωσαν, μέχρι να μεταβούν στις ελεύθερες περιοχές. Μια Μορφίτισσα το 1988, περιέγραφε σε συνέντευξή της πώς ο πατέρας της γλίτωσε το «σούβλισμα» και τους βιασμούς.

Μία στάμπα για κάθε βιασμό

Όπως σε κάθε πόλεμο, πέρα από τις λεηλασίες και τις εκτελέσεις αμάχων, δεν λείπουν ποτέ οι βιασμοί – μία πραγματικά αρρωστημένη πλευρά του πολέμου.

Η Ελένη Πέτρου Καραγιάννη, που έμεινε εγκλωβισμένη με την οικογένειά της για εφτά μήνες, περιέγραψε με λεπτομέρεια πώς οι Τούρκοι βίαζαν τις κοπέλες, οι οποίες σκαρφίζονταν διάφορα τεχνάσματα προκειμένου να κρύψουν την ηλικία τους και να γλιτώσουν.

Η οικογένεια της Ελένης φιλοξενούσε στο σπίτι της μία τέτοια ανύπαντρη κοπέλα κοντά στα 30. Ένα βράδυ η πόρτα τους χτυπούσε μανιωδώς. Αρχικά, ο πατέρας της πρόσταξε να μην ανοίξει κανείς, όταν όμως είδε πως ο στρατιώτης επιμένει άνοιξε την πόρτα. «Βρεθήκαμε μπροστά σε έναν ένοπλο στρατιώτη, με το τζόκεϊ του κατεβασμένο σχεδόν μέχρι τα μάτια του. Χωρίς να πει τίποτα κλείδωσε εμένα τη μητέρα και τον πατέρα μου σε ένα δωμάτιο, και έδεσε την πόρτα με λιμιστήρα που είδαμε ότι κρατούσε στην τσέπη μόλις μπήκε. Άρπαξε τότε την κοπέλα που ήταν στο σπίτι μας και τη βίασε. Δεν ήταν όμως μόνο αυτή θύμα βιασμού. Θυμάμαι κι άλλες κοπέλες, κάποιες της βίαζαν καθημερινά και για κάθε βιασμό έβαζαν και μία “στάμπα” στα πόδια της. Οι στάμπες μαρτυρούσαν τον αριθμό του βασανιστηρίου».

Χαρακτηριστικό ήταν και το αφιέρωμα του δημοσιογράφου Ίαν Γουόκερ, της αγγλικής εφημερίδας Sun, ο οποίος θέλοντας να μεταφέρει το νοσηρό κλίμα του πολέμου του ’74 και τις φρικαλεότητες των Τούρκων στρατιωτών, μετέφερε δεκάδες ιστορίες αποτροπιασμού με τίτλο «Οι Βάρβαροι».

Μία 20χρονη διηγήθηκε στον δημοσιογράφο πώς οι Τούρκοι την αιχμαλώτισαν, εκτέλεσαν τον σύζυγό της και μετά τη βίασαν.

«Ο αρραβωνιαστικός μου και άλλοι έξι άντρες πυροβολήθηκαν στο κεφάλι. Οι τούρκοι στρατιώτες γελούσαν μαζί μου και μετά με βίασαν»

«Πήραν τον πατέρα μου να τον σουβλίσουν»

Οι θηριωδίες που έζησε η Ελένη και η οικογένειά της δεν τελείωσαν όμως στο αποτρόπαιο θέαμα του βιασμού. Μια νύχτα θυμάται χαρακτηριστικά, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν έφοδο στο σπίτι τους. Στην αυλή βρήκαν ένα πεταμένο όπλο, το οποίο ήταν αρκετό για να κινήσει υποψίες και να «τιμωρήσουν» τον Ελληνοκύπριο ιδιοκτήτη του σπιτιού, που δεν ήταν άλλος από τον πατέρα της Ελένης.

Εκκλησία της Μορφολογία

Οι προσπάθειες όμως της οικογένειας να μεταπείσουν τους στρατιώτες ήταν άκαρπες.

«Οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον πήραν στο Γυμνάσιο Μόρφου, το οποίο χρησιμοποιούσαν τότε σαν κέντρο ανακρίσεων και στρατιωτικό καταυλισμό. Εκεί τον ξυλοκόπησαν πολλές φορές, ζητώντας να τους πει που βρήκε το όπλο. Στην προσπάθειά τους να τον κάνουν να ομολογήσει, έβαλαν στη φωτιά μια μεγάλη σούβλα. Ευτυχώς, την ύστατη στιγμή, έφτασε ένας αξιωματικός ονόματι Απτουλλάχ, ο οποίος γνώριζε τον πατέρα μου, αφού του έφερνε χάπια για τον διαβήτη του, και ο οποίος μόλις έμαθε τον σκοπό για τον οποίο βρισκόταν η σούβλα στη φωτιά, την έβγαλε έξω και έδιωξε τους στρατιώτες. Ακολούθησε εξονυχιστική έρευνα, παρουσία του Απτουλλάχ στο σπίτι μας, χωρίς βέβαια να βρεθεί τίποτα κι έτσι ο πατέρας μου γλίτωσε το σούβλισμα», διηγείται το 1988 η Ελένη στο Περιοδικό.

Άθαφτοι οι νεκροί, σαν σαρδέλες οι ζωντανοί

Ο εφιάλτης όμως και πάλι δεν τελείωνε εκεί, αφού κατά τη διάρκεια των εφτά μηνών που παρέμεινε εγκλωβισμένη, η νεαρή Μορφίτισσα βίωσε όλες τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης του πολέμου.

Η Ελένη από τη Μορφου

Οι δρόμοι μύριζαν νεκρή σάρκα και κανείς δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει έξω. Σε πολλά σπίτια ο κόσμος ζούσε «σαν σαρδέλες», προκειμένου να μην παραμένει κανείς μόνος, με αποτέλεσμα κάποιοι να πεθαίνουν και από ασθένειες ενώ όσοι δολοφονούνταν έμεναν για μέρες εκτεθειμένοι στους δρόμους και άθαφτοι.

Η κυρία Ελένη και η οικογένειά της μεταφέρθηκαν σε προσφυγικό συνοικισμό μετά από εφτά μήνες, στη Λεμεσό.