Το όνομά του είναι συνδεδεμένο άμεσα με το ελληνικό πεντάγραμμο και βρίσκεται επάξια ανάμεσα στους κορυφαίους μουσικοσυνθέτες της Ελλάδας. Ο λόγος για τον Μάνο Λοϊζου, τον μεγάλο έντεχνο συνθέτη που γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937, στο χωριό Άγιοι Βαβατσινιάς της επαρχίας Λάρνακας.

Ο Μάνος Λοΐζος μικρός στην Κύπρο

Ήταν ο μοναχογιός του Ανδρέα Λοΐζου και της Δέσποινας Μανάκη, κόρης γεωπόνου από τη Ρόδο. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, όταν ο Μάνος ήταν επτά ετών.

Πεισματάρης, πανέξυπνος και ζωηρός, ο Μάνος ήταν από τα παιδιά που έκαναν αίσθηση. Ο δυναμικός του χαρακτήρας ξεχώρισε ήδη από πολύ νεαρή ηλικία όντας μαθητής δημοτικού, λέγοντας ψέμματα στη δασκάλα του, ότι πονάει η μέση του, ώστε να του επιτρέψει να παρακολουθεί τα μαθήματα καθισμένος επάνω στο θρανίο.

 

Ως μαθητής στο Αβερώφειο Γυμνάσιο Αλεξάνδρειας, ο Μάνος ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική, ξεκινώντας μαθήματα «βιολιού». Στην ουσία, είχε αγοράσει ένα ψεύτικο βιολί από έναν τεχνίτη σε ένα παζάρι, και ο Μάνος «μάγευε» τους γύρω του, δήθεν παίζοντας μουσική. Βέβαια, λίγο καιρό μετά ο πατέρας του υπέκυψε και του αγόρασε ένα πραγματικό βιολί, ξεκινώντας μαθήματα στο Εθνικό Ωδείο Αλεξάνδρειας. Ωστόσο, την ανήσυχή του φύση κέρδισε η κιθάρα.

Μουσική, Φαρμακευτική, Λογιστική

Ο Μάνος όμως δεν εφησυχαζόταν με τη μουσική. Από μικρός απέδειξε το ταλέντο του σε διάφορους κλάδους, όπως για παράδειγμα η τέχνη. Με σινική μελάνη και νερομπογιές, ζωγράφιζε τροβαδούρους που από τη μέση και κάτω ήταν κοκόρια ή πάπιες.

Το 1955 μετέβη στην Αθήνα για να σπουδάσει Φαρμακευτική. Από εκεί το 1956 μεταπήδησε στην Ανωτάτη Εμπορική, με σκοπό να πάρει πτυχίο Λογιστικής, όμως το 1959 εγκατέλειψε οριστικά τις σπουδές του, έχοντας πάρει την απόφαση να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική. Όμως η αγάπη του για το σχέδιο, τον οδηγεί στην σχολή γραφιστικής «Βακαλό».

Μάνος Λοΐζος, ο γραφίστας

Μετά τις σπουδές του έπιασε δουλειά ως γραφίστας σε ένα διαφημιστικό γραφείο και ως ως διακοσμητής σε μικρομάγαζα αλλά έκανε και το πέρασμα του από την «ανωτάτην γκαρσονικήν», όπως έλεγε.

Ευτυχώς για τον ίδιο αλλά και για εμάς, συνάντησε τον Μίμη Πλέσσα το 1961 και τότε ξεκίνησε η μουσική του καριέρα. Το 1963, έδωσε από κοινού με τον Χρήστο Λεοντή την πρώτη του συναυλία στο θέατρο Ακροπόλ.

Το 1964 εμφανίζεται σε μπουάτ στο Κολωνάκι με τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο. Εκεί ένα κορίτσι του δίνει κάποιους στίχους που σημαδεύουν την κατοπινή του πορεία: είναι η Κωστούλα Μητροπούλου. Οι στίχοι μετατρέπονται στα τραγούδια «Ο δρόμος» και «Ο στρατιώτης».

Το 1965 παντρεύτηκε τη Μάρω Λήμνου και ένα χρόνο μετά γεννήθηκε η κόρη τους Μυρσίνη. Το πραξικόπημα ανατρέπει τη ζωή του και προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη μετακομίζει στο Λονδίνο για έξι μήνες, όπου παίζει μπουζούκι σε ελληνικές και κυπριακές ταβέρνες για να ζήσει. Το 1968 επιστρέφει στην Ελλάδα.

Συνεργάζεται με μεγάλα ονόματα και γίνεται ο συνθέτης του καθημερινού λαϊκού τραγουδιού.

Το τελευταίο βράδυ στο σπίτι της Χαρούλας Αλεξίου

Απόσπασμα από το βιβλίο του δημοσιογράφου Δημήτρη Γκιώνη «Ένας κι ένας… 46+1 άνθρωποι της τέχνης από κοντά»

Τον θυμάμαι στο τελευταίο γλέντι της ζωής του, τρεις ημέρες πριν μπει στο νοσοκομείο με το πρώτο εγκεφαλικό, που ήταν και η αρχή του τέλους. Ήταν στο σπίτι της Χαρούλας Αλεξίου και του τότε συζύγου της Αχιλλέα Θεοφίλου, εν μέσω φίλων αγαπημένων.

Είχε κάποιες στεναχώριες με την προσωπική του ζωή (δεν πήγαιναν καλά οι σχέσεις με τη δεύτερη σύζυγό του, την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση), αλλά σύντομα καθώς κυλούσε η βραδιά, βρήκε την καλή του διάθεση- με τη συνδρομή της Αλεξίου, που έκανε ολόκληρη παράσταση για να τον διασκεδάσει.

Και κάποια στιγμή πήρε την κιθάρα κι άρχισε να τραγουδάει, όπως ξέρουν πολλοί συνθέτες να λένε τα τραγούδια τους («οι ερμηνευτές τα λένε ωραία, οι δημιουργοί τα λένε σωστά» είχε πει ο Γιάννης Ρίτσος) και κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ήταν η τελευταία φορά που τον ακούγαμε να τραγουδάει.

Κι έπειτα με το εγκεφαλικό στο νοσοκομείο, όπου ένα πρωινό τον βρήκα μόνο.

«Μπορείτε να με βοηθήσετε να τον βάλω στο άλλο κρεβάτι για να αλλάξω τα σεντόνια;» λέει μια νοσοκόμα.

Και κάνω έτσι και τον σηκώνω στην αγκαλιά μου σαν πούπουλο, τόσο είχε αδυνατίσει.

Αλλά δεν είχε χάσει το χαμόγελό του. «Θα περάσει που θα πάει».

Και καθώς δεν ξεχνούσε ότι ήταν πρόεδρος της Ένωσης Μουσικοσυνθετών – Στιχουργών Ελλάδας:

«Γράψε κάτι για το σινάφι μας που δεν έχουμε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τόσα λεφτά βγάζουν από μας».

Δεν ήμουν μόνο ο δημοσιογράφος που τον θαύμαζε και τον περιποιόταν. Ήμουν και φίλος μια και έλαχε να τον γνωρίσω και να κάνουμε παρέα πριν αναδειχθεί ως συνθέτης.

Το βράδυ της ταφής του, ο Διονύσης Σαββόπουλος και η σύζυγός του Άσπα είχαν μια καλή ιδέα να παραθέσουν ένα δείπνο στο σπίτι τους μια «μακαριά» για λίγους φίλους (την κόρη του Μάνου Μυρσίνη με τη μητέρα της Μάρω, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γιώργο Νταλάρα με την Άννα, τη Χαρούλα Αλεξίου και τον Αχιλλέα Θεοφίλου, τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Νίκο Καρούζο, τον Χρήστο Λεοντή, τον Φώντα Λάδη, τον Μανώλη Ρασούλη κ.α).

Το τελευταίο ταξίδι του Μάνου Λοΐζου

Κι ήταν εκεί, μεταξύ εδεσμάτων, οίνου και λογής μνήμες για τον Μάνο, που ο Νίκος Καρούζος εκφράζοντας την πικρία αλλά και την αγανάκτηση για τη «βιασύνη» του Λοΐζου να μας αφήσει, αναφέρθηκε σε μια φυλή της Αφρικής. Όπου λέει μόλις πεθάνει κάποιος, τον κρεμάνε σε ένα δέντρο και τον δέρνουν που τους εγκατέλειψε.

Ήταν 17 Σεπτεμβρίου 1982 και ο μεγάλος συνθέτης έφευγε στα 45 του χρόνια.