Ήταν 18 Φεβρουαρίου 1978, όταν στο ξενοδοχείο Χίλτον στη Λευκωσία πραγματοποιείτο η Σύνοδος Κινήματος Αφροασιατικής Αλληλεγγύης. Η Σύνοδος της οποίας προήδρευε ο Βάσσος Λυσσαρίδης, θα πέρναγε απαρατήρητη στον περισσότερο κόσμο και θα σχολιαζόταν μόνο από πολιτικές στήλες. Ωστόσο, ένα απρόσμενο τρομοκρατικό χτύπημα τη μετέτρεψε σε νούμερο ένα είδηση και πρωτοσέλιδο των απανταχού διεθνών μεσών μαζικής ενημέρωσης.

Απευθείας συνδέσεις, τηλεόραση, ραδιοφωνικές εκπομπές μετέδιδαν τις 24 εφιαλτικές στιγμές που έζησαν 17 άτομα του Συνεδρίου, όταν γύρω στις 11:20 το πρωί δύο ένοπλοι Άραβες εισέβαλαν στην αίθουσα και δολοφόνησαν εν ψυχρώ τον αιγύπτιο γενικό γραμματέα της Συνόδου Γιουσέφ Ελ Σαμπάι.

Ο Γ. Γ. της Συνόδου, Γιουσέφ Ελ Σαμπάι

Ο κόσμος έντρομος παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα. Τα πάντα γίνονταν με αστραπιαία ταχύτητα. Οι δύο ένοπλοι Άραβες που εισέβαλαν με όπλα και χειροβομβίδες στην αίθουσα, αφόπλισαν δύο αστυνόμους και απαίτησαν έναν διερμηνέα, ο οποίος μετέφερε στον κόσμο τα πρώτα τους λόγια:

«Μη φοβάστε. Είμαστε αγωνιστές, πολεμάμε για την πατρίδα μας που χάσαμε»

Μέσα σε ελάχιστη ώρα το ξενοδοχείο Χίλτον μετετράπη σε απόρθητο φρούριο, αφού η αστυνομία και τα μέσα το είχαν περικυκλώσει.

Οι δύο αεροπειρατές έφτασαν στην Κύπρο λίγες μέρες πριν. Ο πρώτος ήταν 27 ετών με καταγωγή από την Ιορδανία και έφτασε από το Βελιγράδι ενώ ο δεύτερος, ετών 25 καταγόταν από το Κουβέιτ και ήρθε στην Κύπρο μέσω Αθηνών

Σε ελάχιστα λεπτά οι ένοπλοι Άραβες πήραν ως ομήρους 49 άτομα από τα οποία απαίτησαν να βγάλουν τις γραβάτες τους για να μπορέσουν να δέσουν τα χέρια τους.

Οι διαπραγματεύσεις

Στα πρώτα 45 λεπτά οι ένοπλοι τρομοκράτες απελευθέρωσαν έξι γυναίκες, ενώ στη μιάμιση το μεσημέρι, οι οπλοφόροι άφησαν ελεύθερους όλους τους αντιπρόσωπους των Σοσιαλιστικών και Αφρικανικών χωρών και συνέχιζαν να κρατούν όμηρους 17 αντιπροσώπους των Αραβικών χωρών.

«Όλα γίνονταν αστραπιαία. […] ζήτησαν να χωριστούν οι Άραβες από τους υπόλοιπους και να βγάλουν τις γραβάτες τους. Με αυτές τους έδεσαν τα χέρια. Τις γυναίκες μας άφησαν ελεύθερες. Ήθελαν να μιλήσουν με τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όμως ο Βάσος Λυσσαρίδης απευθύνθηκε και τους είπε πως ως πολιτικός θα μπορούσε να βοηθήσει», αφηγείται η κ. Σοφία Τσιμίλλη, τότε πρόεδρος της ΠΟΓΟ, η οποία υπήρξε όμηρος.

Στο μεταξύ είχαν ξεκινήσει οι διαπραγματεύσεις με τον Υπουργό Εσωτερικών και Άμυνας, Χριστόδουλο Βενιαμίν και σύνδεσμο τον κ. Λυσσαρίδη.

Οι 17 όμηροι με δεμένα τα χέρια οδηγούνται στο αεροδρόμιο Λάρνακας

Οι ένοπλοι ζητούσαν ασφαλή έξοδο από τη χώρα με αεροπλάνο της Κυπριακής Δημοκρατίας που θα τους μετέφερε στο Κουβέιτ.

Μετά από πολλές ώρες διαπραγμάτευσης, η κυβέρνηση Κυπριανού υπέκυψε.

Ένα λεωφορείο παρέλαβε τους οπλοφόρους και τους ομήρους μαζί με τον Υπουργό Βενιαμίν και τον Λυσσαρίδη για να τους μεταφέρει στο Αεροδρόμιο Λάρνακας.

Ο Βάσος Λυσσαρίδης και ο ακόλουθος της Συριακής πρεσβείας, Χατάτ, παροτρύνουν τους δημοσιογράφους να απομακρυνθούν

Η οδύσσεια της πτήσης

Αν και αρχικά οι Κυπριακές Αερογραμμές δήλωσαν πως δεν υπήρχε περίπτωση να επανδρώσουν αεροπλάνο για τους τρομοκράτες, ωστόσο υπέκυψαν, αφού οι ένοπλοι Άραβες δήλωσαν πως αν δεν ικανοποιείτο το αίτημά τους θα εκτελούσαν τους ομήρους τους.

 

Γύρω στις 20:25, και αφού αφέθηκαν ελεύθεροι οι Κύπριοι όμηροι, ένα αεροπλάνο αναχώρησε από το αεροδρόμιο Λάρνακας, ωστόσο επέστρεψε λίγο αργότερα αφού δεν είχε άδεια να προσγειωθεί σε οποιοδήποτε αεροδρόμιο εκτός από το Τζιμπουτί για ανεφοδιασμό.

Την επόμενη μέρα το αεροπλάνο προσγειώθηκε και πάλι στη Λάρνακα, γύρω στις 17:30 το απόγευμα, αφού πρώτα πέταξε πάνω από Λιβύη, Κρήτη και Σαουδική Αραβία τελικά έκανε μία στάση στο Τζιμπουτί για ανεφοδιασμό και απογειώθηκε ξανά.

Κομάντος στο αεροδρόμιο

Και ενώ οι διαπραγματεύσεις είχαν περάσει σε δεύτερο γύρο με τους τρομοκράτες και στο αεροδρόμιο είχαν συγκεντρωθεί υπουργοί, αξιωματούχοι, ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, Κομνηνός, ο πρέσβης και ο Στρατιωτικός Ακόλουθος της Αιγυπτιακής πρεσβείας, ένα μεταγωγικό C-130 Hercules της αιγυπτιακής πολεμικής αεροπορίας ενημέρωσε τον Πύργο Ελέγχου πως μετέφερε εκπρόσωπο του Καΐρου.

Όταν του δόθηκε η άδεια να προσγειωθεί, προς έκπληξη όσων βρίσκονταν στο αεροδρόμιο και του ιδίου του Προέδρου, άρχισαν να αποβιβάζονται Αιγύπτιοι Κομάντος.

Η Εθνική Φρουρά σε ετοιμότητα

Το πολύνεκρο μακελειό

Οι Αιγύπτιοι Κομάντος που δεν υπάκουαν σε καμιά εντολή του Πύργου Ελέγχου, που απαιτούσε την απομάκρυνσή τους, ξεκίνησαν επιθετικές ενέργειες εναντίον των ένοπλων τρομοκρατών.

Η Εθνική Φρουρά, που βρισκόταν σε επιφυλακή, έδρασε άμεσα χτυπώντας το τζιπ των Κομάντος και διαλύοντας το μεταγωγικό που τους μετέφερε, προτού καταφέρει να πλησιάσει το αεροπλάνο.

Ο απολογισμός υπήρξε τραγικός.

Δεκαπέντε Αιγύπτιοι Κομάντος και ένας υπάλληλος του αεροδρομίου Λάρνακος έχασαν τη ζωή τους ενώ άλλοι 19 καταδρομείς και 6 Κύπριοι Αστυνομικοί, ένας εθνοφρουρός και ένας Γερμανός δημοσιογράφος τραυματίστηκαν. Οι υπόλοιποι κομάντος της Αιγύπτου, αιχμαλωτίστηκαν.

Ο «νάνος» πρόεδρος

Το τραγικό μακελειό, οδήγησε στη ρήξη των σχέσεων των δύο χωρών, οι οποίες αντιμετώπισαν πολύχρονη διπλωματική κρίση.

Ο Αιγύπτιος Πρόεδρος, Ανουάρ Ελ Σαντάτ, ισχυριζόμενος πως η επιχείρηση έγινε με τη συγκατάθεση της Κύπρου (κάτι που διαψεύστηκε κατηγορηματικά) αποφάσισε να διακόψει κάθε διπλωματική σχέση με το νησί.

Αποκαλώντας τον Πρόεδρο Κυπριανού «νάνο», απειλούσε πως «θα πληρώσει για την προδοτική απόφασή του, που κατέληξε στο θάνατο μερικών παιδιών μου».

Τελικά, οι υπόλοιπες χώρες άσκησαν έντονη κριτική στην Αίγυπτο για την παράνομη επέμβασή της στο αεροδρόμιο Λάρνακος και οι σχέσεις των δύο χωρών αποκαταστάθηκε στις 30 Μαΐου 1984. Αν και ο Αραφάτ συμβούλεψε τον Σπύρο Κυπριανού να καταδικάσει τους δύο ένοπλους σε εκτέλεση, η ποινή τους μετετράπη σε ισόβια.

Μέσα στις επόμενες μέρες, ο Υφυπουγός εξωτερικών της Αιγύπτου Μπούτρος Γκάλι, κατέφθασε στο αεροδρόμιο για να παραλάβει τους νεκρούς και τους αιχμαλώτους.

iframe src=»https://www.youtube.com/embed/zqqKgztdGN4″ width=»1280″ height=»720″ frameborder=»0″ allowfullscreen=»allowfullscreen»>