Στις 20 Ιουνίου 1935 Αναξαγόρας και Μηνοδώρα Λουκά από τα Σπήλια, έφεραν στη ζωή τον Κώστα Αναξαγόρα. Πολυμελής και φτωχή οικογένεια, υπήρξαν ανέκαθεν αφιερωμένοι στον αγώνα για ελευθερία και Ένωση, ιδανικά που μετέδωσαν και στα παιδιά τους.

Ο Κώστας Αναξαγόρας φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Σπηλιών και έπειτα έπιασε δουλειά στο μεταλλείο Αμιάντου ως μηχανοδηγός. Αεικίνητος και δραστήριος, ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Νέας Συντεχνίας, της ΣΕΚ και του Αθλητικού Συλλόγου «Άρης» Σπηλιών, σωματεία τα οποία ανέδειξε σε εστία εθνικών εξορμήσεων.

Ήταν από τους πρώτους αγωνιστές που μυήθηκε στην αμέσως μετά τη θρυλική μάχη στα Σπήλια το 1955. Ο Κώστας διετέλεσε σύνδεσμος των ομάδων της ΕΟΚΑ που δρούσαν στα χωριά Σπήλια-Πολύστυπος, τα οποία ήταν κέντρα κατασκευής ναρκών και χειροβομβίδων, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε κρύπτες για την απόκρυψη τόσο του υλικού αυτού όσο και άλλου οπλισμού της Οργάνωσης.

Στις 20 Ιουνίου 1958, συναντήθηκε μαζί με άλλους τρεις συναγωνιστές του, τον Αλέκο Κωνσταντίνου, τον Παναγιώτη Γεωργιάδη και τον Ανδρέα Πατσαλίδη στο σπίτι του τελευταίου, όπου εκεί θα του παρέδιδαν μία νάρκη πιέσεως. Την ώρα που οι τέσσερις αγωνιστές σχεδίαζαν την επόμενη επιχείρησή τους, για άγνωστο λόγο η βόμβα εξερράγη και έχασαν όλοι τη ζωή τους.

Τη μέρα που ο Κώστας έχασε τη ζωή του, έκλεινε τα 23 του χρόνια. Στο σπίτι τον περίμενε η αρραβωνιαστικιά του, Μαρία Κλεάνθους.

Ο πατέρας του μόλις έμαθε για τον χαμό του γιου του, που θυσιάστηκε στον βωμό της ελευθερίας, δήλωσε περήφανος «Έχασα τον πρώτο. Έχω αμέσως άλλον, έτοιμο να πάρει τη θέση του στον αγώνα». Μετά τον θάνατο του γιου του, ο Αναξαγόρας Αναξαγόρα υπέστη βασανιστήρια από τους Βρετανούς. Η κακοποίηση ήταν τέτοια που αργότερα ήταν αδύνατο να εργαστεί για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Οι κάτοικοι των Σπηλιών όμως, πατριώτες και αλληλέγγυοι, ανέλαβαν να οργώνουν τα χωράφια της οικογένειας, τιμώντας έτσι τον ήρωα του χωριού τους Κώστα Αναξαγόρα.