Τα Χριστούγεννα της Κύπρου το 1974 ήταν πολύ διαφορετικά από κάθε άλλα Χριστούγεννα του νησιού. Εκείνη τη χρονιά, ο Χριστός γεννιόταν στα τσαντήρια των προσφυγικών καταυλισμών της Κύπρου, σε χωράφια, χωρίς τζάκι, χωρίς χριστουγεννιάτικα γλυκά, χωρίς στολισμένα δέντρα και τραγούδια. Αντιθέτως, εκατοντάδες μαυροφορεμένες γυναίκες βίωναν τα Χριστούγεννα κοιτάζοντας προς τον Πενταδάκτυλο. Εκατοντάδες μητέρες έψαχναν τα απαραίτητα για να ψήσουν μια σούπα και εκατοντάδες παιδάκια, μέσα στην αθωότητά τους, στόλιζαν οβίδες, απομεινάρια του πολέμου, προσπαθώντας να φέρουν λίγο από το χριστουγεννιάτικο πνεύμα στους καταυλισμούς.

Ο «Φιλελεύθερος» της εποχής, στο φωτογραφικό του ρεπορτάζ στους καταυλισμούς έκανε λόγο για τα πιο συμβολικά Χριστούγεννα της Κύπρου.

«Χιλιάδες πρόσφυγες, το ένα τρίτο του πληθυσμού της Κύπρου, ζουν σε τσαντίρια, στάβλους, φάτνες. Εκεί δηλαδή που γεννήθηκε ο Ιησούς».

Πέρα όμως από τις φωτογραφίες που εγκλώβιζαν τη δυστυχία των προσφύγων, οι δημοσιογράφοι κατέγραφαν και τις επιθυμίες –ιδίως των παιδιών– της προσφυγιάς.

Ο Άγιος Βασίλης με τα προσφυγόπουλα

Στο ρεπορτάζ της εποχής ένας δημοσιογράφος αναφέρει: «Φεύγαμε φορτωμένοι αγάπη και συγκίνηση όταν ακούσαμε πίσω μια αγορίστικη φωνή. «Θείε, θείε να φέρεις και της αρφής μου δώρο».

Οι δημοσιογράφοι έγραψαν στη λίστα τους: αυτοκινητάκια, ποδήλατα, κουκλίτσες, ενώ άλλα παιδάκια απλά ζήτησαν να βρεθούν οι γονείς τους.

«Με το χέρι στην σκανδάλη και την αγάπη στην καρδιά» οι εθνοφρουροί στολίζουν το «πικρό» χριστουγεννιάτικο δέντρο»

Άλλες εφημερίδες, όπως ο «Αγών» φιλοξενούσε τις χριστουγεννιάτικες επιστολές των προσφυγόπουλων, οι οποίες όμως αντί για τον παραδοσιακό παραλήπτη Άη-Βασίλη, απευθύνονταν στην Τουρκία. Ο μικρός Χριστάκης για παράδειγμα αντί να ζητήσει δώρα, ζήτησε ειρήνη και να κάνει Χριστούγεννα στο σπίτι του.

Αγαπητοί μας,

Με το ξέφωτο πεταγόμαστε όλοι από τα παραπήγματά, του πρόχειρου συνοικισμού – κάτι μάντρες, τρώγλες, άλλοτε ορνιθώνες – πάντως δεν είναι για ανθρώπινη διαβίωση τα παραπήγματά μας. Άλλοι σε ψηλές πολυκατοικίες δίχως πόρτες και παράθυρα, δίχως τα πιο στοιχειώδη, κοιμούνται στο πάτωμα (μόνο με κουβέρτες)!…

Βγαίνουμε που λέτε και τραβάμε για το σχολειό μας. Είμαστε μια παρέα παιδιών όλοι ξένοι, δεν είμαστε μονάχα πρόσφυγες – αυτό είναι πολυτέλεια – γιατί οι γονείς μας και προστάτες μας αγνοούνται; Είναι όμηροι; Είναι σκοτωμένοι, αιχμάλωτοι; Δεν ξέρουμε τίποτε απ’ όλα αυτά. Σε εμάς τα παιδιά λένε ότι ζούνε. Μα ποιος μπορεί να ξέρει θετικά; Μόνο ο Θεός…

Πιστεύομε πως δεν μας άφησε οριστικά. Μας αδικούν οι άνθρωποι και μας βασανίζουν. Κι όμως η ζωή πρέπει να προχωρήσει κι εμείς μαζί της κατά πόδι. Μας ξυπνά η πρωινή τουρτούρα και το Δεκεμβριανό τσουχτερό κρύο κι ο εκκωφαντικός θόρυβος των τροχοφόρων. Να μας λοιπόν όλη η παρέα με τα βιβλία και τις τσάντες και το «δισάκι μας στον ώμο για τον δρόμο»…!

«Για το παιδάκι της φωτογραφίας δεν υπάρχουν χαρές γιορταστικές. Ούτε δώρα και παιχνίδια. Για αυτό το παιδί δεν ήρθε ο Άγιος Βασίλης. Το 1975 τον βρίσκει βουβό με ένα μάτσο λουλούδια πάνω από ένα τάφο».

[…] Θέλουμε όμως να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα στο πατρικό μας σπίτι. Διεκδικούμε αυτό το δικαίωμα. Θέλουμε να ζήσουμε στο χωριό μας. Γιατί όσο και να το κάνεις «ματωμένα Χριστούγεννα θα κάνουμε φέτος».

Χάσαμε οι πιο πολλοί τους δικούς μας. Μα το μεγαλύτερο κακό είναι ότι ζούμε με αβεβαιότητα και με αγωνία για τους δικούς μας. Για αυτό μια θερμή παράκληση σ’ όλους κάνουμε. Σ’ όλον τον κόσμο. Ακόμα και στους Τούρκους φίλους μας της Τουρκίας. Ακόμα και σε αυτούς! Ναι ναι σε αυτούς! Γιατί κι αυτούς αγαπάμε όπως μας έμαθε ο Χριστός.

Λοιπόν τώρα τα Χριστούγεννα κάνετέ μας ένα δώρο. Πέστε έναν καλό λόγο στους δικού σας.

Ενώστε τις προσευχές σας στον μικρό Χριστό, που γεννήθηκε και βρήκε περιβάλλον σαν το δικό μας, να μας πάει στα σπίτια μας. Στα σπίτια που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Εκεί στα γνώριμα, νοσταλγικά μας ακρογιάλια. Τη γη μας την ποτίσαμε με τον τίμιο ιδρώτα μας. Το αίμα των αδικοχαμένων δικών μας. Όσων αγνοούνται. Όσων δολοφονήθηκαν. Όσων αιχμαλωτίστηκαν. Όσων τα παιδιά σφάγησαν όσων η τιμή καταπατήθηκε με την μεγάλη ντροπή. Όσων τα κορμιά κάηκαν με τις βόμβες και τις σιδηρόβραχτες κινούμενες μηχανές.

[…] Περιμένουμε πολλά από την αγάπη σας και είθε η φωνή μας να βρει απήχηση ανάλογη στον πόνο μας και να ρθετε όλοι να γιορτάσουμε τα νικητήρια μιας δίκαιης ανθρωπότητας. Ως τότε παρακαλέστε όλοι μαζί μας το μεγάλο αναμενόμενο να βοηθήσει όλους.

Σας ευχόμαστε καλές γιορτές με τους δικούς σας έστω κι αν εμείς δεν έχουμε όλους τους δικούς μας και μερικοί από εμάς κανέναν.

Γεια σας,

Χριστάκης

Χριστούγεννα, Λευκωσία 1974