ΠΗΓΗ: Στέφανος Ευαγγελίδης, Μήδειες και Κλυταιμνήστρες στην Κύπρο της Αγγλοκρατίας

Τα μεσάνυχτα της 21ης Ιουλίου 1911, στον Άη-Μάμα της Λεμεσού, δύο γυναίκες βρίσκονταν ανεβασμένες στη στέγη ενός σπιτιού. Η μία ανήλικη -17 ετών- η άλλη ηλικιωμένη–σχεδόν 60- στέκονται απέναντι από έναν νεαρό άντρα, ενώ εκείνος κοιμάται. Η μία σηκώνει το τουφέκι, στοχεύει και πυροβολεί. Μια κραυγή πόνου ακούγεται κι εκείνη τη στιγμή άρχιζει να ξεδιπλώνεται το νήμα της αποκάλυψης μιας κρυφής οικογενειακής ιστορίας.

Άποψη του χωριού Άγιος Μάμας Λεμεσού

Ύπνος στις στέγες

Ο πυροβολισμός ξύπνησε τους κατοίκους του χωριού, εκ των οποίων οι περισσότεροι κοιμούνταν κατά τους καλοκαιρινούς χρόνους πάνω στις στέγες των σπιτιών τους, επειδή είχε περισσότερη δροσιά. Ξαφνικά, ο πληγωμένος άντρας, Μιχάλης Χριστοδούλου, σφαδάζοντας στους πόνους, φώναξε «Ε, Αντώνη, Τρυφωνή, αρφέ μου, βουράτε τζιαι επαίξαν με».

Γκραβούρα του 1878 που δείχνει χωρικούς του χωριού Κώμη Κεπήρ να κοιμούνται στις στέγες των σπιτιών τους

Οι δύο άντρες, αδελφός και ετεροθαλής αδελφός του θύματος, που κοιμούνταν πάνω σε άλλες στέγες, έτρεξαν γρήγορα να δουν τι συνέβη. Τότε αντίκρισαν τον αδελφό τους πληγωμένο, να κρατά το πόδι του το οποίο αιμορραγούσε. Όταν τον ρώτησαν τι συνέβη, εκείνος απάντησε πως ξύπνησε επειδή η Παναγιώτα και η Στυλιανή τον πυροβόλησαν.

Ο κόσμος είχε μαζευτεί κάτω από το σπίτι στο οποίο κοιμόταν το θύμα και αφού μαζεύτηκαν ο αζάς και ο μουχτάρης κίνησαν για το σπίτι του Χριστόδουλου Γιάγκου, πατέρα της Παναγιώτας, ο οποίος εκείνη την ώρα είδε την κόρη του να σκαρφαλώνει από τον φράχτη και να ξαπλώνει στην αυλή του σπιτιού.

Ο Χριστόδουλος Γιάγκου βλέποντας την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της Παναγιώτας, κατάλαβε· έτρεξε προς την αποθήκη που φύλαγε το όπλο του και δεν το βρήκε. Αναστατωμένος επέστρεψε, άστραψε δυο χαστούκια στην κόρη του και τη ρώτησε «Εσύ, το έκαμες;».

Εκείνη, προσποιούμενη την ανίδεη απάντησε πως δεν γνωρίζει σε ποιο πράγμα αναφέρεται. Όμως, η Παναγιώτα δεν άντεξε και λύγισε. Ξεσπώντας σε λυγμούς του απάντησε πως ήταν μαζί με την Στυλιανή -την 60χρονη γειτόνισσα τους.

Το θανατηφόρο πάπλωμα

Αν και η Στυλιανή αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και στη μαρτυρία της κατέθεσε πως εκείνη την ώρα η ίδια ήταν σπίτι της, η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο. Ενώ στην αρχή οι κατηγορίες που βάραιναν τις δύο γυναίκες ήταν η απόπειρα φόνου, ένα απρόσμενο γεγονός τις μετέτρεψε σε τετελεσμένο φόνο εκ προμελέτης.

Δυο μέρες μετά την απόπειρα των δύο γυναικών να δολοφονήσουν τον Μιχάλη, εκείνος απεβίωσε. Ο γιατρός Έρνεστ Σω Κορσέλλης εντόπισε στο την πληγή που προήλθε από τον πυροβολισμό από την οποία αφαίρεσε οκτώ σκάγια και δύο κομμάτια βαμβάκι. Ήταν αυτό που είχε χρησιμοποιηθεί για το γέμισμα του παπλώματος που παρασύρθηκε από τον πυροβολισμό στο πόδι του και προκαλώντας τέτανο τον σκότωσε.

Η δίκη και το μυστικό

Η δίκη που ορίστηκε για τις 12 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε κανονικά με διάφορες καταθέσεις. Όλοι κατέθεσαν όσα είδαν και έκαναν εκείνο το βράδυ, με πλήρη διαφάνεια.

Το Δικαστήριο στο οποίο έγινε η εκδίκαση της υπόθεσης. Το κτήριο ανεγέρθηκε από τους Αγγλους ως Δικαστήριο. Η υλοποίηση του ανατέθηκε στον επαρχιακό μηχανικό William Williams και ολοκληρώθηκε το 1911. Από το 2009 λειτουργεί ως Βιβλιοθήκη του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Όλοι εκτός από τη Στυλιανή.

«Το βράδυ που πυροβολήθηκε ο Μιχάλης εγώ βρισκόμουν στο σπίτι μου. Τα παιδιά μου διανυκτέρευαν στο αλώνι. Δεν βγήκα καθόλου έξω από το σπίτι εκείνη τη νύχτα. Η πρώτη φορά που άκουσα πως πυροβόλησαν τον Μιχάλη ήταν το επόμενο πρωί, κάπου έξι με εφτά ώρες μετά την ανατολή του ήλιου, αλλά δεν ξέρω την ακριβή ώρα. Είχα πάει να φέρω νερό και όταν επέστρεψα ο αγροφύλακας μου είπε να πάω στο σπίτι του Μιχάλη γιατί με ζητούν. “Τι με θέλουν εμένα κουτσή γυναίκα;” του απάντησα. Όταν πήγα, ο ζαπτιές μου είπε ότι με κατηγορούσε πως πυροβόλησα τον Μιχάλη. Με την Παναγιώτα δεν μίλησα καθόλου εκείνη τη μέρα»

Βέβαια, παρά τα ψέματα που ακούστηκαν εκείνη τη μέρα, άπλετο φως στην υπόθεση έριξε ο πατέρας της 17χρονης Παναγιώτας, ο οποίος με απόλυτη ψυχραιμία ξεκαθάρισε τα πράγματα αποκαλύπτοντας ένα οικογενειακό μυστικό.

«Ονομάζομαι Χριστόδουλος Γιάγκου. Είμαι παντρεμένος είκοσι πέντε χρόνια. Έχω πέντε παιδιά. Η Παναγιώτα είναι το μικρότερο. Είναι 16 ή 17 χρονών. Το βράδυ που πυροβόλησαν τον Μιχάλη βρισκόμουν στο σπίτι και κοιμόμουν. Ξύπνησα από τον πυροβολισμό και από κάποιες φωνές, που προέρχονταν από τη γειτονική στέγη. Φόρεσα τις ποδίνες μου και πήγα προς το μέρος από όπου ακούστηκαν οι φωνές […]. Η Παναγιώτα είναι ήσυχο άτομο, φιλότιμη καλή στην εργασία της και μυαλωμένη. Ποτέ κανείς δεν είπε κακό λόγο για αυτήν. Τα προβλήματα άρχισαν πριν από ένα χρόνο, όταν σύνηψε ερωτικό δεσμό με τη Στυλιανή»

Το δικαστήριο εμβρόντητο πάγωσε απότομα. Χωρίς κανείς να καταλαβαίνει τι ακριβώς εννοούσε ο πατέρας της 17χρονης Παναγιώτας, τις απορίες όλων έλυσε ο γιατρός Κορσέλλης.

«Όσο η Παναγιώτα τελούσε υπό κράτηση, κλήθηκα να την εξετάσω. Η Παναγιώτα μπορεί να ντύνεται σαν γυναίκα και να συμπεριφέρεται ως τέτοια, αλλά δεν είναι γυναίκα, είναι άντρας!»

Για ακόμη μια φορά το δικαστήριο άφωνο δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ο γιατρός εξήγησε:

«Το συγκεκριμένο άτομο έχει μια δυσπλασία οργάνων που ονομάζεται υποσπαδία. Έχει μόνο ανδρικά γεννητικά όργανα αλλά δεν μπορεί αν ουρήσει φυσιολογικά σαν άντρας, για αυτό ουρεί καθιστός. Είναι άνδρας και δεν μπορεί να έρθει σε ερωτική επαφή ως γυναίκα»

Το δικαστήριο άφωνο έκλεισε τον κύκλο των ανακρίσεων και τον καταθέσεων με την κατάθεση της Στυλιανής, η οποία δήλωνε ανίδεη για όσα ακούστηκαν.

Ο συνήγορος της Παναγιώτας, ζήτησε τη μετατροπή της κατηγορίας σε βαριά σωματική βλάβη, τονίζοντας πως ο σκοπός ήταν να εκφοβιστεί το θύμα και όχι να δολοφονηθεί. Επίσης, πρόσθεσε πως ο θάνατος του θύματος, που είχε ερωτικό δεσμό με τη Στυλιανή και εκείνη τον πυροβόλησε από εκδίκηση, δεν ήταν άμεσο αποτέλεσμα του πυροβολισμού. Ολοκληρώνοντας ο δικηγόρος της Παναγιώτας, Λανίτης, ζήτησε την επιείκεια του δικαστηρίου λόγω του νεαρού της ηλικίας και της υγείας της κατηγορουμένης.

Το δικαστήριο ωστόσο έκρινε και τις δύο ένοχες και τους επέβαλε την εσχάτη των ποινών: θάνατο δι’ απαγχονισμού.

Τα πράγματα όμως ανετράπησαν και πάλι όταν στις 28 Σεπτεμβρίου ο δικαστής Tyler ζήτησε την απονομή χάριτος για τις δύο γυναίκες.

Ο Κυβερνήτης πείστηκε από τα επιχειρήματα και αποδέχτηκε την εισήγηση, μετατρέποντας την ποινή σε ισόβια δεσμά. Οι εφημερίδες της εποχής ωστόσο, εξέφραζαν την απορία: «σε ποιες φυλακές έπρεπε να φυλακιστεί η Παναγιώτα; Στις ανδρικές ή στις γυναικείες;»

Αν και δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά για την τύχη των δύο γυναικών ξέρουμε πως η Στυλιανή Θεοδούλου, «Θεοδούλαινα», παρέμεινε στις φυλακές έως τον Απρίλιο του 1916.

Αντιθέτως η Παναγιώτα, άγνωστο πόσο παρέμεινε στις φυλακές, αποφυλακίστηκε, επέστρεψε στο χωριό και απεβίωσε στα τέλη της δεκαετίας του ’40.

*Φωτογραφία αρχείου