Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Το 1970 το λογοτεχνικό-φιλολογικό περιοδικό Νέα Εστία, δημοσίευσε ένα αφιέρωμα-απολογισμό στο λογοτεχνικό έργο και στη μνήμη του εκλιπόντα Στρατή Μυριβήλη. Ξεκινώντας το πολυσέλιδο αφιέρωμα, η συντακτική ομάδα του περιοδικού τόνιζε «είναι ο Μυριβήλης ένα από τα βασικά κεφάλαια της πεζογραφίας μας». Και δεν είχε άδικο. Ο εκπρόσωπος της «Λεσβιακής Άνοιξης», αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες μορφές του λογοτεχνικού μας στερεώματος.

Με τον «αντιφιλολογικό» του λόγο, όπως επικράτησε να χαρακτηρίζεται, ο συγγραφέας θριάμβευσε και μεσουράνησε στα Ελληνικά Γράμματα, με τα σπάνια και διχαστικά χαρακτηριστικά του έργου του, τα οποία ακροβατούσαν μεταξύ της τοπικιστικής του αγάπης και θαυμασμού καθώς και της επιρροής που του προσέδωσε η μεγάλη χοάνη της Αθήνας. Μεταξύ άλλων στο συγγραφικό του έργο, πέρα από άρθρα, διηγήματα, θεατρικά έργα κανείς μπορεί να βρει, ταξιδιωτικές αναφορές σαν ένα είδος ημερολογίου, γεμάτο εικόνες για τους τόπους που επισκέφθηκε.

Ο «αδιάλλακτος της λογοτεχνίας», επισκέφθηκε την Κύπρο τρεις φορές: το 1947, το 1952 και το Μάρτιο του 1959. Ανάμεσα στις εντυπώσεις που κατέγραψε, βρίσκει κανείς άλλοτε κείμενα ταξιδιωτικού περιεχομένου κι άλλοτε μαρτυρίες προσωπικές που κατέθεσε ο λογοτέχνης, όπως και μία πλειάδα άλλων διανοούμενων της εποχής, από τις εντυπώσεις που αποκόμισε από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ.

Όλα αυτά τα σταχυολογήματα που παραθέτουμε παρακάτω, εντοπίζονται στο άρθρο του Οι διανοούμενοι της Κύπρου, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», στο αφιέρωμα για τον κυπριακό αγώνα του 1954 στα εννιά του άρθρα στην «Καθημερινή» του Μαρτίου – Απριλίου 1959 , αλλά και στην εφημερίδα «Ελληνική Ημέρα» και το περιοδικό «Εικόνες» όπου σαν ταξιδιωτικός ανταποκριτής δημοσίευσε πάνω από 30 κείμενα ταξιδιωτικού περιεχομένου.

Ο συγγραφέας στα κείμενά του, εξυμνεί τον ηθογραφικό χαρακτήρα του μεγάλου ελληνονησιού μέσα από το φυσικό τοπίο το οποίο στέκει ελληνικά αλληλένδετο με έναν λαό απολυτά συνειδητοποιημένο εθνικά.

Χρησιμοποιεί συμβολισμούς άλλοτε εμπνευσμένους από τη φύση, από το ολοκάθαρα ελληνικό τοπίο της Νήσου με τον καταγάλανο ουρανό, τα κέντρα πολυτελείας που θύμιζαν παλιά Σμυρνέϊκη αφθονία έως και το αληθινό γαλάζιο που κυριαρχούσε στις ενδυμασίες στην αμέτρητη μικροσκοπική ΕΟΚΑ και άλλοτε από τη μεγάλη χριστιανική παράδοση του ελληνισμού, που πλημμυρίζει την αγαπημένη ελληνοπούλα. Οι ήρωες του νησιού πλησιάζουν ως προσκυνητές ευλαβικά σε μία πορεία που έγινε με όλη τη θρησκευτική πίστη του «τάματος» ενώ οι κοπέλες ως μυροφόρες ραίνουν με μύρα τη σπηλιά του Αυξεντίου, υπό τους γλυκούς ψαλμούς των κληρικών.

Ο θαυμασμός του για την ΕΟΚΑ περιγράφεται σε πολλά κείμενα. Και δεν είναι μόνο η αναπαράσταση των μαχών του αντάρτικου των αγωνιστών από όπου αντλούνται τα θέματα του. Ο συγγραφέας της Ζωής εν Τάφω, περιγράφει μικρότερες μα και συνάμα τεράστιες πτυχές του αγώνα, που ίσως για κάποιους περνάν απαρατήρητες. Περιγράφει το «νησί των νέων». Την Κύπρο του ’55-΄59, το οποίο κατακλύζεται από ένα κοπάδι οργισμένα μελίσσια, όπως αναφέρει στο κείμενό του «Οι τρεις παράγοντες της νίκης των Κυπρίων», που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή το 1959.

Κι ο θαυμασμός του, για αυτά τα νιάτα, παρουσιάζεται απύθμενος, καθώς στα περισσότερα κείμενά του για τον αγώνα της ΕΟΚΑ, φροντίζει να εξαίρει κάθε φορά και με περισσότερο δέος παρομοιάζοντάς τους με μικρούς Δαυίδ που έχουν να αντιμετωπίσουν με τα ίδια όπλα, πέτρες και σφεντόνες, έναν τεράστιο αγγλικό Γολιάθ. Ένα θαύμα ίδιο με έπος, η ιστορία της ΕΟΚΑ και η τόλμη που μπορούσε να διακρίνει ο ίδιος στην ολότητά της. Αφιερώνει κείμενα στη μεγάλη θυσία του Αυξεντίου, που για τον ίδιο ενσαρκώνει ταυτόχρονα τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα. Κι έπειτα κάνει λόγο για τις νεαρές αυριανές μητέρες των νέων κυπριακών γενεών ή και τις τραγικές μητέρες που σιωπούν στην είδηση της απώλειας των παιδιών τους. Με χαρακτηριστικά γυναικείου χορού και Παναγίας ταυτόχρονα, τονίζει και πάλι την συνέχεια της ελληνικότητας η οποία ξεχύνεται στο νησί από τις εκφράσεις στα πρόσωπα των ανθρώπων έως τον ουρανό και τις ευωδίες.

Ενθύμια από την Κερύνεια

«Μα δεν είναι μόνο η ομορφιά του χωριού που το κάνει ξεχωριστό ανάμεσα στ’ άλλα της Κύπρου. Είναι και η ιστορία του συγκινητική, γεμάτη αναμνήσεις εθνικές, πλούσια σε αρχαιολογικές αποκαλύψεις που εκτείνονται σε όλες τις περιόδους της αιώνιας ελληνικής ζωής της Κύπρου. Από την αρχαιοτάτη ως τη χτεσινή, ως τη σημερινή» ,

γράφει ο πεζογράφος στο κείμενό του «Λάπηθος, το μυροβόλο χωριό», συνδυάζοντας τις ευωδίες του με την μακραίωνη ιστορία του, μέσα από μια ιστορική αναδρομή που το συνδέει με τις πιο ένδοξες ελληνικές ιστορικές στιγμές. Στα κείμενα του Μυριβήλη, η ελληνικότητα της Κύπρου δεν είναι απλά αισθητική ούτε αναλώνεται μονάχα σε θεωρητικό επίπεδο. Γίνεται πράξη και μετουσιώνεται στην καθημερινότητα του λαού, όπου μόνο οι άξιοι μπορούν να νιώσουν την καθάρια φωνή της ελληνικής καρδιάς . Κι έτσι, από την αρχαιότητα και το βουνό της Λακεδαίμονος, που όχι τυχαία μοιράζονται το ίδιο όνομα, στη μεγάλη επανάσταση του ’21 και τα πρωτοπαλίκαρα του Καραβά, που ενθουσιωδώς έφυγαν με το στόλο να συνδράμουν τα μέγιστα στον δίκαιο αγώνα. Μα και στον 20ο αι. η Λάπηθος του πεζογράφου, συνεχίζει να επενδύει τα πιο αξιόλογα τέκνα της στην εθνική αναγέννηση της χώρας.

Σε άλλα ταξιδιωτικά του κείμενα, διακρίνεται ο θαυμασμός του για την πόλη της Κερύνειας και τα κάστρα του Πενταδακτύλου. Για τον Άγιο Ιλαρίωνα γράφει Ήταν απόγεμα σαν ανέβηκα να το επισκεφτώ και πάντα θυμάμαι την καταπληχτική εντύπωση που μου έκανε. Νυχτερίδες μπάτσιζαν τον ακίνητο αέρα στους σκοτεινούς διαδρόμους και τις δαιδαλώδεις διακλαδώσεις των. Τα βήματά μου ξυπνούσαν την ηχώ που κοιμάται εκεί τόσους αιώνες. Νόμιζε κανείς πως ακούει πότε τα πέταλα απ’ τα πολεμικά άτια των ιπποτών, πότε τα φρουφρού από τις μεταξωτές ρόμπες των ωραίων κυράδων που στόλιζαν τα θορυβώδη γλέντια τους. Από τα σπίτια της βασίλισσας, το θέαμα του κάμπου και των βουνών της Κερύνειας είναι μοναδικό. Κόκκινοι είναι οι βράχοι που αντικρίζει κανείς κατεβαίνοντας από τη Λευκωσία προς την κοκέττικη πόλη της Κερύνειας, και όταν πέφτει το ηλιοβασίλεμα φαντάζουν πιο κόκκινοι, σαν ματωμένοι.

Ενώ σε μία άλλη περιγραφή του για το Μπέλλα Πάις, διακρίνει ένα πλήθος από φτωχούς κύπριους αγρότες και συλλαμβάνει στο βλέμμα τους τον προαιώνιο πόθο για εθνική λύτρωση. Μια συμπαγής μάζα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, που περιμένουν την Ανάσταση επί σειράν αιώνων. Δεν κουράζονται να περιμένουν. Να μοχθούν και να περιμένουν. Και να πεθαίνει η μια γενιά και νάρχεται η άλλη, και η κάθε μια να παραδίνει στην επόμενη τη μεγάλη προσδοκία .

Αρχική δημοσίευση: 24h