Είναι ίσως η πιο γνωστή φωτογραφία της τουρκικής εισβολής, που αποτυπώνει σε μια εικόνα ολόκληρο το δράμα των αγνοουμένων: ένα μικρό παιδί κρατάει τη φωτογραφία των νιόπαντρων γονιών του και κοιτάει κατάματα τον φωτογράφο.

Πίσω στέκει η μητέρα του, ο πατέρας του όμως είναι ακόμη αγνοούμενος. Οι απορίες πολλές, η θλίψη ακόμη μεγαλύτερη. Ο μικρός της φωτογραφίας, βρέθηκε ως φωτογραφία στους τοίχους των σχολικών μας τάξεων και μάθαμε να τον κοιτάμε κι εμείς χωρίς να έχουμε κάποια απάντηση να δώσουμε. Ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ για το δράμα που έζησε με τη μητέρα του, όμως η Μαρούλα Διάκου, σε μια συνέντευξή της στον Απόστολο Τομαρά, μίλησε για τις ανοιχτές πληγές που άφησε στο σπίτι της η εισβολή.

Ακολουθεί απόσπασμα από τη συνέντευξη του Απόστολου Τομαρά στην Καθημερινή Κύπρου

«Εκείνη την ημέρα περπατούσε μπροστά μου, εγώ είμαι από πάνω, φαίνεται το πόδι μου με τον γύψο. Έστεκε μπροστά μου και κρατούσε την φωτογραφία του πατέρα του και ήλθε το ΡΙΚ. Λέει, ρε λεβέντη να σου βγάλω μια φωτογραφία –ήταν 2,5 χρονών το μωρό μου– να την πάρεις να τη δει ο μπαμπάς σου… και έβγαλε τη φωτογραφία, η οποία έγινε διάσημη σε όλο τον κόσμο».

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία με το εκφραστικό βλέμμα ενός αγοριού έγινε σύμβολο και σημαία του αγώνα των συγγενών των αγνοουμένων.

Το πρόσωπο της φωτογραφίας δεν είναι άλλο από το γιο του αγνοούμενου Σάββα Διάκου, Θεόδωρο Δημητρίου. Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία αποτυπώθηκε πεντακάθαρα το δράμα που βίωνε η μητέρα του μικρού αγοριού, αλλά και οι άλλες οικογένειες των αγνοουμένων. Τραβήχτηκε έξω από την κινέζικη πρεσβεία σε μία από τις πολλές εκδηλώσεις των συγγενών των αγνοουμένων, ένα χρόνο μετά την εισβολή. Η φωτογραφία, σύμφωνα με τα αρχεία του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, τραβήχτηκε από τον Τάκη Ιωαννίδη και ενώ αποτέλεσε σύμβολο του αγώνα των συγγενών παγκοσμίως, έμελε να ανοίξει βαθιές πληγές στο πρόσωπο που απεικόνιζε και την οικογένειά του. Μέχρι σήμερα το πρόσωπο της φωτογραφίας αρνείται να μιλήσει για αυτή. Η μητέρα του Μαρούλα Διάκου μάς άνοιξε την ψυχή της και μοιράστηκε τον πόνο που προκάλεσε στο παιδί της μία φωτογραφία.

«Αυτή η φωτογραφία δεν μας βοήθησε, απλώς και μόνο πλήγωσε το παιδί μου. Δεν ξέρω, δεν θέλει, είναι πληγωμένο δεν θέλει να λένε για τη φωτογραφία αυτή τίποτα».

Η αναγνωρισιμότητα του μικρού αγοριού λειτούργησε αρνητικά για τον ίδιο από την εποχή που πήγαινε στο δημοτικό σχολείο.

Όπως θυμάται η κ. Μαρούλα, το παιδί της αντιδρούσε περίεργα στη θέα της φωτογραφίας «Από τον καιρό που ήταν μωρό και πήγαινε σχολείο θυμούμαι πως κάνανε το μάθημα. Έπιανε την πένα και μαύριζε τα μάτια του για να μην το καταλάβουν ότι ήταν ο Δώρος οι συμμαθητές του. Όταν ήταν στο δημοτικό θυμούμαι περίπτωση. Ήταν να κάνουμε τα γενέθλια του και μου λέει. «Μητέρα, να καλέσω τους συμμαθητές μου; του λέω, να τους καλέσεις». Το είπε στο σχολείο και ένας του λέει… Ο πατέρας σου είναι αγνοούμενος και θέλεις και γενέθλια; Ήρθε το μωρό σπίτι κλαμένο με αγκάλιασε και μου είπε: «Μητέρα, ο πατέρας μου πέθανε;» Του λέω, γιατί αγάπη μου; Μου απάντησε, έτσι μου είπε ο τάδε. Όχι του λέω, ο πατέρας σου δεν σκοτώθηκε, είναι αγνοούμενος. Κάποτε θα τον βρούμε και θα έλθει, έτσι του έλεγα πάντα». Το παιδί μου έζησε μέσα στο πόνο και τη δυστυχία. Έβλεπε τη μάνα του καθημερνά να κλαίει, καθημερνά να αναζητά τον πατέρα του. Δεν είναι λίγο πράγμα μια γυναίκα μόνη της να ξεκινάει τη ζωή της με ένα μωρό τριών μηνών και με μία λίρα στα χέρια».

Η 20ή Ιουλίου –ημέρα εισβολής– βρήκε την οικογένεια Διάκου στην Κυπερούντα. Την ημέρα εκείνη η Μαρούλα Διάκου είδε για τελευταία φορά τον σύζυγό της.

«Παιδί με μια φωτογραφία»

Η φωτογραφία δεν βοήθησε κανέναν τελικά. Συγκινημένοι από την ιστορία του μικρού Δώρου, ο Μάριος Τόκας και ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, έγραψαν ένα ποίημα αφιερωμένο στον Δώρο και στην ιστορία του πατέρα του.

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι

με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά

και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό

είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,

στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα —

στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,

στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα

και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες

αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές

που ’χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.

Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι

τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα

ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,

έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια

γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Μάης 1979