Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Τον Σεπτέμβρη του 1957, ο αγωνιστής της ΕΟΚΑ και δικηγόρος, Ρένος Λυσιώτης σκέφτηκε ένα τρόπο να αναπτερώσει το ηθικό των κρατουμένων αγωνιστών στα κρατητήρια Πύλας. Έχοντας διαβάσει στο παρελθόν το μοναδικό θεατρικό (και βιωματικό) έργο του Ηλία Βενέζη “Μπλοκ C” αποφάσισε να το σκηνοθετήσει. Ωστόσο, ως κρατούμενος έπρεπε να ζητήσει την άδεια του «Κομμαντάντ» των κρατητηρίων.

«Για κάποιο περίεργο λόγο, ο εκεί Κομμαντάντ, με συμπαθούσε. Νόμιζε, πως ήμουν ένα ήρεμο παιδάκι που τυχαία κρατούμαι στην Πύλα. Έτσι κι εγώ, εκμεταλλεύτηκα αυτή τη συγκυρία και του ζήτησα να ανεβάσουμε ένα θεατρικό έργο, προβάλλοντας το επιχείρημα πως απασχολούμενοι με το θέατρο, θα είμαστε πιο ήρεμοι και φρόνιμοι», μου εξηγούσε όταν τον ρώτησα για την αφίσα που κοσμούσε τη φωτογραφική του έκθεση στο Μουσείο Αγώνος, «Αδάμαστες Ψυχές».

Γιατί το Μπλοκ C; «Εγώ εξήγησα στον Κομμαντάντ πως το έργο είναι η ζωή εφτά κοινών φυλακισμένων (!). Που να ξέρει πως το Μπλοκ C είναι το δράμα παληκαριών στη ναζιστική κατοχή της Ελλάδας, που περιμένουν με αγωνία την έκβαση της τύχης τους; Που να ξέρει πως το δράμα τους είναι ίδιο με το δικό μας δράμα;».

Η παράσταση ανέβηκε με επιτυχία. Μάλιστα, ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός και όντως «τόσο φρόνιμοι» οι κρατούμενοι, που ο Κομμαντάντ, επέτρεψε οι αγωνιστές-«ηθοποιοί», να ανεβάσουν την παράσταση σε όλα τα «κομπαουντ» της Πύλας.

Ο Ρένος Λυσιώτης, έγραφε στο ημερολόγιό του στις 8 Σεπτεμβρίου 1957: «Ανεβάσαμε το Μπλοκ C με μεγάλη επιτυχία. Ένα έργο που άγγιξε τις χορδές της ψυχής μας, γιατί δείχνει τη μάταιη προσπάθεια του όποιου τυράννου να πνίξει στο αίμα την αντίσταση του λαού».

Αυτή ήταν λοιπόν η ΕΟΚΑ. Μέσα κι έξω από τα κρατητήρια: δεν κράταγε απλά ένα πιστόλι, δεν έστηνε μόνο ενέδρες ανατινάζοντας βρετανικά τζιπ, δεν ζωγράφιζε μόνο συνθήματα στους τοίχους. Έγραφε ποίηση, διάβαζε λογοτεχνία, σκηνοθετούσε θέατρο. Δημιουργούσε πολιτισμό. Οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, δεν ήταν ηθοποιοί, ούτε ουρανοκατέβατα αποφάσισαν να ασχοληθούν με τις τέχνες. Είχαν ανάγκη όμως να δημιουργήσουν και ταυτόχρονα να βρουν τρόπους να πνίξουν την επικίνδυνη απελπισία που συνήθως ελλοχεύει σε τέτοιες καταστάσεις. Είχαν ανάγκη να πολεμήσουν με όπλο όχι μόνο τις σφαίρες αλλά και τον πολιτισμό: να επιβιώσουν εθνικά. Και χωρίς να γνωρίζουν πως 15 χρόνια νωρίτερα οι Έλληνες της αντίστασης, έγραφαν ποίηση στους τοίχους για να επιβιώσουν. Όπως το παραδέχτηκε ο Μανώλης Αυτιάς στον Σταύρο Θεοδωράκη:  «Ποιήματα γράφαμε. Εκείνο τον Παλαμά τον είχαμε καταγδάρει. Τον Σικελιανό… Τους ποιητές μας γράφαμε στους τοίχους. Τι να γράφαμε; Δικά μας πράγματα; Ύστερα εμείς τι να πούμε;».

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό το Πεζοδρόμιο