ΠΗΓΗ: Στέφανος Ευαγγελίδης, Μηδείες και Κλυταιμνήστρες

Στις 15 Ιουλίου 1906, ο Δημήτρης Κ. έτρεχε πανικοβλημένος μέσα στο χωριό του, Μένοικο, φωνάζοντας σε κατάσταση παραληρηματική «Τα παιθκιά μου, τα παιθκιά μου. Έσυρεν τα η φόνισσα μες στον λάκκο». Λίγη ώρα αργότερα, οι νεκρές κόρες του Δημήτρη ανασύρονταν νεκρές από το πηγάδι της Αννούς.

Το χρονικό του εγκλήματος

Λίγο πριν χαράξει η 14η Ιουλίου, ο 40χρονος Δημήτρης φόρτωσε το γαϊδούρι του με πατάτες και έσυρε για τη Λευκωσία για να τα πουλήσει.

Πίσω έμεινε η μόλις 15 ετών σύζυγός του Μαρία. Τον Δημήτρη τον είχε παντρευτεί με το ζόρι, όταν εκείνος έχασε την πρώτη του σύζυγο κι έμεινε χήρος με δυο κόρες: την εξάχρονη Μαρία και την τετράχρονη Ελένη. Ο πατέρας της Μαρίας δεν υπολόγισε ποτέ την άποψη της κόρης του σχετικά μ’ αυτόν τον γάμο. Είχε γίνει ο περίγελος του χωριού και αυτό είχε τεράστιο αντίκτυπο στη συμπεριφορά της. Ούτε τον Δημήτρη αγάπησε ποτέ, ούτε τις κόρες του.

Μόλις ο Δημήτρης έφυγε για τη Λευκωσία, η Μαρία πήρε τις δύο κόρες του κι έσυραν για τα αλώνια. Στον δρόμο συνάντησε μια συγχωριανή της και σχεδόν απολογητικά της είπε «Θα τες πάρω να τες λούσω τζιαι εν να ξανάρτω».

Κρατώντας τα δύο κορίτσια κατευθύνθηκαν προς το σπίτι τους. Τις έλουσε, τους φόρεσε καθαρά ρούχα και αφού τους έπλεξε τα μαλλιά, τις πήρε από το χέρι και βγήκαν έξω.

Λίγο παρακάτω ήταν το σπίτι της Αννούς. Η Μαρία ατάραχη, μόλις έφτασε στην αυλή της Αννούς, άρπαξε πρώτα την εξάχρονη Μαρία και προσπάθησε να τη ρίξει στο πηγάδι. Η εξάχρονη προσπάθησε να αντισταθεί, δεν μπορούσε όμως να βγει η λαλιά της, αφού προηγουμένως η Μαρία φρόντισε να γεμίσει το στόμα των μικρών κοριτσιών με χρυσόμηλα.

Αποφασισμένη, χτύπησε το κεφαλάκι της μικρής στο γείσο και την πέταξε μες στο πηγάδι.

Η τετράχρονη Ελένη, έντρομη άρχισε να τρέχει για να γλιτώσει, φωνάζοντας πίσω της «Όχι, όχι σε παρακαλώ». Όμως το μικρό παιδάκι δεν πρόλαβε. Η μητριά της τη βούτηξε και την έχωσε στο πηγάδι. Η Ελένη προσπαθούσε να κρατηθεί από το γείσο, όμως η Μαρία τη χτύπησε στα χέρια και η μικρή χάθηκε.

Ψύχραιμη έφυγε από την αυλή της Αννούς για να επιστρέψει πίσω στις δουλειές της. Δεν ήξερε όμως, πως στο γειτονικό σπίτι, ο Μουσταφά που εκείνη την ώρα είχε ανέβει στη στέγη να την επιδιορθώσει, είδε όλο το τρομερό σκηνικό.

Η Μαρία επέστρεψε στ’ αλώνι κι αφού δήλωσε στη συγχωριανή της πως οι μικρές πήγαν στη γιαγιά τους συνέχισε τη δουλειά της. Όποιος την ρωτούσε που είναι οι μικρές, έδινε την ίδια απάντηση. «Πήγαν στη στετέ τους».

Την ίδια απάντηση έδωσε και στον Δημήτρη, ο οποίος επέστρεψε ευχαριστημένος από τη δουλειά του στο σπίτι λίγο μετά τις 7.

Κουρασμένος καθώς ήταν, δεν έψαξε περισσότερο για τις κόρες του, αφού ήταν συχνό φαινόμενο οι μικρές να πηγαίνουν στη γιαγιά τους. Έτσι κι αλλιώς, όπως έλεγε η Μαρία μαζί της δεν έκαναν.

Το επόμενο πρωί ξανάρωτησε. Η Μαρία όμως φρόντισε να τον απασχολήσει. «Σύρε να φέρεις ξύλα, θα ζυμώσω σήμερα και θέλω να πυρώσω τον φούρνο». Μόλις ο σύζυγός της έφυγε, μάζεψε τα πράγματά της κι έφυγε για το σπίτι του αδελφού της.

Όταν επέστρεψε ο Δημήτρης και δεν βρήκε τη Μαρία, πήγε στη μητέρα του να βρει τις μικρές. Όμως η γιαγιά των κοριτσιών τον ενημέρωσε πως οι μικρές δεν ήταν εκεί, ούτε είχαν διανυκτερεύσει την προηγούμενη. Τον Δημήτρη τον έζωσαν τα φίδια και έτρεξε να βρει τη 15χρονη σύζυγό του.

Στο σπίτι του αδελφού της, η Μαρία έκανε την ανήξερη. «Μα είναι στη γιαγιά τους! Εγώ δεν τις έχω δει από χθες, αφού ξέρεις μαζί μου δεν κάνουν!».

Η Μαρία επέμενε στο παραμύθι της μέχρι που οι αρχές επιστράτευσαν την κουμπάρα της. «Πε μου κόρη μου εμένα κι εν θα πω τίποτε». Η Μαρία λύγισε και ομολόγησε.

Λίγη ώρα μετά, ένας συγχωριανός ανέσυρε τα άψυχα κορμάκια των κοριτσιών.

Το τέλος των πρωταγωνιστών

Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, η Μαρία καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών, όμως ο Κυβερνήτης μετέτρεψε την ποινή της σε ισόβια. Όταν εξέτισε την ποινή της πήγε στη Λευκωσία όπου εργάστηκε ως υπηρέτρια. Στα πολλά χρόνια επέστρεψε στο Μένοικο, δώρισε την περιουσία που έκανε στις εκκλησίες και πέθανε τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Στο χωριό τη φώναζαν «φυλακωμένη».

Ο Δημήτρης, λίγο καιρό αργότερα βρέθηκε στη φυλακή καταδικασμένος για λόγους τιμής. Ένας Μενοικιώτης παρενόχλησε σεξουαλικά την αδελφή του και ο Δημήτρης «ξέπλυνε την τιμή» με το αίμα του συγχωριανού του.

Ο Μουσταφά, λίγους μήνες μετά το φονικό, πνίγηκε στον χείμαρρο που διασχίζει το χωριό. Οι συγχωριανοί που ήξεραν πως ο Μουσταφά γνώριζε, αλλά δεν σταμάτησε το φονικό, είπαν πως οι ψυχές των κοριτσιών τον τράβηξαν στον άλλο κόσμο.