Τον Ιανουάριο του 1964 και ενώ οι δικοινοτικές ταραχές μαίνονταν, ένας Τουρκοκύπριος βοσκός απήχθη μαζί με τον 19χρονο εγγονό του την ώρα που έβοσκε στο κοπάδι του, στο μεικτό χωριό Πυρόι. Οι δύο άντρες δολοφονήθηκαν και οι Τουρκοκύπριοι της περιοχής απέδωσαν τον φόνο σε Αθηαινίτες. Ο γιος του βοσκού, όρμησε στο καφενείο του χωριού δηλώνοντας πως το έγκλημα δεν θα παρέμενε ατιμώρητο και γρήγορα θα έπαιρνε την εκδίκησή του.

Σχεδόν ένα μήνα μετά, στις 6 Φεβρουαρίου 1964 το κακό έγινε.

Γύρω στις 9 το πρωί, ο υπάλληλος του Δημαρχείου Νικόλας Παπαπαύλου ξεκίνησε να πάει με τη συνοδεία αστυνομικού αυτοκινήτου και ένοπλους εθελοντές μέχρι τον Άγιο Σωζόμενο, όπου εκεί κοντά λειτουργούσε μία διάτρηση η οποία υδροδοτούσε την Αθηαίνου.

Μετά τη φονική ενέδρα το λαντρόβερ που παρελαύνει στη φωτογραφία μετετράπη σε τεθωρακισμένο . Στη φωτογραφία όρθιος προβάλλει οπλισμένος ο Κώστας Ευθυμίου

«Στο νερό, στο νερό, παίζουν μας»

Στις 10 το πρωί και ενώ πλησίαζαν στη διάτρηση ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμού. Ένοπλοι Τουρκοκύπριοι που είχαν στήσει ενέδρα πίσω από την όχθη του ποταμού Γιαλιά, άρχισαν να γαζώνουν το λαντ ρόβερ. Από τις σφαίρες έπεσε διάτρητος ο οδηγός του αυτοκινήτου, αστυνομικός Αντρέας Λουκά. Πριν προλάβει να ξεψυχήσει φώναξε στον ασύρματο: «Στο νερό, στο νερό, παίζουν μας». Μαζί του ξεψύχησε και ο αγροφύλακας Τάκης Μιχαήλ, από το Πυρόι.

Κατευθείαν, οι ένοπλοι εθελοντές άρχισαν να απαντούν στα πυρά των Τουρκοκύπριων.

Ο Μιχάλης Δράκος έριξε 15 πυροβολισμούς, το όπλο του Ιακώβου Σκούρου έπαθε αφλογιστία και ο Βάσος Χατζηγιαννακού έβαλε μέχρι να του τελειώσουν τις σφαίρες.

Το περιστατικό περιγράφει με λεπτιμέρεια στο βιβλίο «Κεφάλαια από την Ιστορία και την Κοινωνία της Αθηαίνου», ο Μιχάλης Χατζηθεοχάρους, που έβαλε εναντίον των Τουρκοκυπρίων μέχρι το τέλος.

«Όταν άρχισαν οι πυροβολισμού, άφησα το παρατηρητήριο και ξάπλωσα μέσα στο λαντ ρόβερ. Από το άνοιγμα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου έβαλλα με το μάουζερ προς το μέρος από το οποίο έρχονταν οι πυροβολισμοί. Οι θέσεις των Τούρκων απείχαν είκοσι έως είκοσι  πέντε μέτρα. Κάποια στιγμή διέκρινα έναν Τούρκο που ξεμύτιζε από την όχθη του ποταμού. Πυροβολούσε και μετά κρυβόταν. Σημάδεψα το σημείο από το οποίο μας χτυπούσε και μόλις τον είδα να σηκώνει το κεφάλι τον πυροβόλησα». Όταν τα πυρομαχικά του τελείωσαν κατευθείαν το αυτοκίνητο ξεκίνησε να πάει στο Γενικό Νοσοκομείο.

Οι Τουρκοκύπριοι διέφυγαν νμέσω του χωριού Άγιος Σωζόμενος, στο οποίο εντωμεταξύ είχαν ήδη φτάσει εθελοντές από τα γύρω χωριά: Ποταμία, Δάλι, Αθηαίνου με σκοπό να συλλάβουν τους εγκληματίες.

Τότε ξεκίνησε μία ανοργάνωτη επίθεση εναντίον του χωριού με τέσσερις νεκρούς και πολλούς τραυματίες.

Τελικά, για τη σωτηρία των κατοίκων του χωριού εισήλθαν Βρετανοί στρατιώτες οι οποίοι τους μετέφεραν με τζιπ στη γειτονική Λουρουτζίνα.

Το περιοδικό Time περιγράφει στις 14 Φεβρουαρίου 1964:

«Εφτά Ελληνοκύπριοι επιβαίνοντες σε ένα Land Rover πλησίασαν το χωριό. Οι Έλληνες είπαν πως ήθελαν να ξεκινήσουν μια τουρπίνα νερού που εξυπηρετεί ένα χωριό εκεί δίπλα και τους έστησαν ενέδρα οι Τουρκοκύπριοι. Οι δε Τουρκοκύπριοι είπαν πως οι επιβαίνοντες στο Land Rover Ελληνοκύπριοι άνοιξαν πυρ εναντίον Τουρκοκύπριων βοσκών. Όπως και αν ξεκίνησε η “φάση” το αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθούν δύο Ελληνοκύπριοι στο Land Rover και να πληγωθούν άλλοι δύο πριν καταφέρουν να απομακρυνθούν από το χωριό.  Δεν άργησαν όμως να επιστρέψουν αυτή τη φορά με ενισχύσεις από τα γύρω χωριά. Περικύκλωσαν το χωριό και έγινε μάχη με αρκετές απώλειες και από τις δύο πλευρές. Μετά τη μάχη και την άφιξη ειρηνευτών έφτασαν στο χωριό 50 οπλισμένοι Τουρκοκύπριοι οι οποίοι μετέφεραν τους κατοίκους του χωριού στη Λουρουτζίνα και από τότε το χωριό είναι εγκαταλειμμένο.

Ανάμεσα στους νεκρούς της επίθεσης ήταν οι: αστυνομικοί Χαράλαμπος Βαρνάβα, Τάσος Κωνσταντίνου, Ανδρέας Χριστοφίδης, Ανδρέας Λουκά.

Στη φωτογραφία εξωφύλλου Τουρκοκύπριες με τα παιδιά τους, μια απ’ αυτές με το δίκαννο στο χέρι, εγκαταλείπουν το φλεγόμενο χωριό Αγιος Σωζόμενος στα περίχωρα της Λευκωσίας (6/2/1964) |ASSOSSIATED PRESS

Πληροφορίες: Γιάννης Κ. Λάμπρου «Κεφάλαια από την Ιστορία και την Κοινωνία της Αθηαίνου»