Όσοι γονείς δεν είχαν προίκα να δώσουν, έδιναν ζάχαρη.

Κατά τη μεσαιωνική περίοδο, η Κύπρος ήταν γνωστή για το κρασί που παρήγαγε η επαρχία Λεμεσού και το αλάτι που παρήγαγαν οι αλυκές του νησιού. Όμως δεν ήταν μόνο αυτά τα δύο προϊόντα που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην εγχώρια οικονομία, αλλά και η ζάχαρη. Μάλιστα, οι Ευρωπαίοι έλεγαν πως η Κύπρος παρήγαγε τόση ζάχαρη που θα μπορούσε να ταΐσει όλο το χριστιανικό κόσμο και δεν θα υποχρεώνονταν οι Δυτικοί να την αγοράζουν από τους Σαρακηνούς.

Από την Ινδία στην Κύπρο

Η πρώτη τοποθεσία στην οποία εντοπίστηκαν φυτείες ζάχαρης είναι η Ινδία, ήδη από το 3000 π.Χ. Ο υπόλοιπος αραβικός κόσμος άρχισε να γνωρίζει σιγά σιγά το γλυκό φυτό από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Από την Ινδία έφτασε στην Κίνα, από εκεί στην Εγγύς Ανατολή μέχρι και την Περσία. Όταν τα γλυκά καλάμια φυτεύτηκαν στις όχθες της Συρίας και της Παλαιστίνης, οι Ευρωπαίοι ήρθαν σε επαφή με αυτά μέσω των Σταυροφοριών.

Όταν οι χριστιανικές τους κτήσεις στη Συρία έπεσαν το 1291, οι Σταυροφόροι μετέφεραν την καλλιέργεια των ζαχαροκάλαμων στην Ευρώπη, προκειμένου να μη χάσουν την παραγωγή της. Οι πιο κατάλληλες περιοχές για το νέο φυτό ήταν η Ρόδος, η Κρήτη, ο Μοριάς, η Σικελία και η Κύπρος. Περιοχές δηλαδή μεσογειακές, με ζεστό κλίμα.

Οι κυπριακές φυτείες

Αν και η ζάχαρη ήρθε στην Κύπρο τον 10ο αι. μ.Χ. από την Αίγυπτο, αναπτύχθηκε πολύ το 1291, με την πτώση της τελευταίας χριστιανικής κτήσης στη Συρία, την Άκρα.

Τα μεγαλύτερα κέντρα παραγωγής βρίσκονταν στην Επισκοπή, το Κολόσσι, τα Κόυκλια, την Αχέλεια, τη Χρυσοχού και τη Λάπηθο. Βέβαια, οι παραγωγοί και κάτοχοι των φυτειών δεν ήταν Κύπριοι. Οι πιο γνωστοί από αυτούς ήταν η βασιλική οικογένεια, το τάγμα του Αγίου Ιωάννη, η καταλανική οικογένεια Ferrer, ο Λατίνος επίσκοπος της Λεμεσού και η βενετική οικογένεια Κορνάρο.

Η παραγωγή ανθούσε τόσο πολύ, που μεγάλες ποσότητες ήταν ήδη προπωλημένες σε διάφορους μεγαλέμπορους δύο και τρία χρόνια πριν την παραγωγή τους.

Φωτογραφία ζαχαροκάλαμο, λεζάντα: «Προσέξαμε στους κήπους και στους αγρούς ζαχαροκάλαμα. Αυτά φυτρώνουν πολύ ψηλά, πολλές φορές πιο ψηλά από το μπόι του ανθρώπου και γίνονται χοντρά. Είναι γεμάτα μ’ ένα πράσινο ζουμί, πηχτό σαν μέλι κι αυτό γίνεται ζάχαρη. Το ζαχαροκάλαμο ωριμάζει τον Οκτώβρη. Το κόβουν κοντά στη ρίζα, βγάζουν τα φύλλα και αφού το κόψουν σε μικρά κομμάτια, το συμπιέζουν και το λιώνουν. Το ζουμί που παράγεται είναι μαύρο και πηχτό, σχεδόν αποκρουστικό στην όψη. Μετά το βράζουν σε καζάνια. Το ζαχαροκάλαμο στην Κύπρο φυτρώνει πάρα πολύ» Jan Hasinsteinsky, Oldrich Prefat.

«Γλυκιά γεύση, πικρή τιμή»

Αν και το νησί παρήγαγε μεγάλες ποσότητες ζάχαρης, που μπορούσαν να ταίσουν μια ήπειρο, η γλυκιά σκόνη ήταν «πικρή στην τιμή». Για αυτό και οι Κύπριοι εργάτες που εργάζονταν στις φυτείες, δεν απολάμβαναν τη λευκή ζάχαρη αλλά υποκατάστατα όπως χαρουπόμελο και μέλι.

Η τιμή της ζάχαρης εξαρτιόταν από το βράσιμό της. Όσο πιο πολύ βραζόταν και άσπριζε τόσο πιο ψηλά ανέβαινε η τιμή. Η Κύπρος παρήγαγε τρία είδη ζάχαρης: τη ζάχαρη σε σκόνη, που ήταν και η πιο ακριβή, το ζαμπούρο και τη μελάσσα που ήταν παχύρευστη και σιροποειδής και φυλαγόταν σε βαρέλια.

Ο αρχαιότερος ζαχαρόμυλος της Κύπρου

Σήμερα στην Κύπρο διασώζονται τέσσερις ζαχαρόμυλοι, δύο στη Λεμεσό και δύο στην Πάφο. Ο αρχαιότερος από αυτούς βρίσκεται στο φρούριο των Σαράντα Κολώνων στην Κάτω Πάφο και χρονολογείται από τον 10ο αι. μ.Χ. Το φρούριο ανακαλύφθηκε το 1957 από τον άγγλο αρχαιολόγο A.H.S. Mega. Το φρούριο που εντάσσεται στους βυζαντινούς χρόνους φαίνεται να καταστράφηκε από σεισμό το 1222. Οι άλλοι τρεις βρίσκονται στον Σταυρό της Πάφου, στην τοποθεσία Σεράγια της Λεμεσού και στο Κολόσσι στην επαρχία Λεμεσού.

Αντί για προίκα, ζάχαρη

Πολλοί ήταν οι προύχοντας αλλά και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας που πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους ή ακόμη και τις αγορές τους με ζάχαρη αντί με χρήματα. Τόση ήταν η αξία της γλυκιάς σκόνης που μάλιστα το 1411 η στρατιωτική διοίκηση ανέλαβε να πληρώνει στον βασιλιά Ιανό μεταξύ άλλων και 190 καντάρια και 18 ροτόλι ζάχαρη και 6 καντάρια και 96 ροτόλι ζαχαροχυμό (μελάσσα). Η ζάχαρη γινόταν δεκτή και ως μέσο εξόφλησης χρεών. Δεν σταματούσε όμως εκεί η χρήση της, αφού υπήρξαν περιπτώσεις που αντί για προίκα οι οικογένειες έδιναν στον γαμπρό ζάχαρη.

Η καλλιέργεια της ζάχαρης στην Κύπρο συνεχίστηκε ως και τον 17ο αιώνα. Ωστόσο, γύρω στα τέλη αυτής της περιόδου αντικαταστάθηκε με την καλλιέργεια βαμβακιού, αφού η καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου ήταν οικονομικά ασύμφορη, ενώ ταυτόχρονα η Ευρώπη προτιμούσε να προμηθεύεται τη γλυκιά σκόνη από τις νέες της κτήσεις στην Αμερική.

Πληροφορίες: Αικατερίνη Χ. Αριστείδου, Το χρονικό του Πολίτη, Ζαχαροκάλαμο στη Μεσαιωνική Κύπρο, 2003, τχ. 114