Από το 1963 και για ένα χρόνο, η Κύπρος κλονιζόταν από τις διακοινοτικές ταραχές, τις συγκρούσεις, τις δολοφονίες και τις μάχες μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Οι πιο σοβαρές πολεμικές συγκρούσεις έγιναν στη Μανσούρα με αποκορύφωμα τον βομβαρδισμό της Τηλλυρίας από την τουρκική αεροπορία. Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν στις 7 Αυγούστου, όταν η Εθνοφρουρά προσπάθησε να διαλύσει τον τουρκοκυπριακό θύλακα Κοκκίνων-Μανσούρας, καθώς η θέση του παρείχε πρόσβαση στην Τουρκία, η οποία ανεφοδίαζε τον θύλακα διαρκώς με οπλισμό. Για τις επόμενες μέρες, ο Αύγουστος της Τηλλυρίας, μύριζε μπαρούτι και καμένη σάρκα.

Η ακταιωρός Φαέθων

Η ελληνική κυβέρνηση, έστειλε στην Κύπρο ειδική μεραρχία με δύο ακταιωρούς για την αντιμετώπιση της πολεμικής κρίσης. Με δωρεά του Αναστάση Λεβέντη, έφτασαν στο νησί, αρχικά χωρίς σημαία για να μην γίνουν στόχος, οι ακταιωροί «Αρίων» και «Φαέθων». Μόλις, έφτασαν στα κυπριακά χωρικά ύδατα, ύψωσαν κυπριακή σημαία. Οι δύο ακταιωροί, αποτελούσαν τη μοναδική ναυτική δύναμη της Κύπρου, που έπρεπε να υπερασπιστεί τα βόρεια παράλιά της. Ωστόσο, τα δύο γερμανικά πλοία, κατασκευασμένα το 1935, βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Με ζημιές οι οποίες δεν είχαν επισκευασθεί πλήρως, αναχώρησαν από την Ελλάδα.

Το Φαέθων ολοσχερώς κατεστραμμένο από τους βομβαρδισμούς, Ξερό, 8 Αυγούστου 1964

Ειδικά η ακταιωρός Φαέθων, είχε βλάβη στην κύρια μηχανή. Στις 8 Αυγούστου, η Φαέθων αδυνατούσε να ακολουθήσει την Αρίων προς τον κόλπο της Χρυσοχούς και αγκυροβολημένη στο Καραβοστάσι, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τα τουρκικά αεροπλάνα, τα οποία επιτίθονταν με βόμβες ναπάλμ εναντίον της Τηλλυρίας. Δεν άργησε όμως να γίνει στόχος: το πολεμικό πλοίο Φαέθων καταστράφηκε και κάηκε από τους βομβαρδισμούς.

Οι μνήμες του πλοιάρχου Μητσάτσου

«Πήρα το πηδάλιο και μετά ήρθε δίπλα μου ο ύπαρχος, ο νοσοκόμος και κάποιοι άλλοι. Ενα αεροπλάνο, που ερχόταν πολύ κοντά με το νερό και δεν το είδε κανείς, έριξε μία ριπή στη γέφυρα και σκοτώθηκαν ο ύπαρχος, ο νοσοκόμος και ένας Κύπριος που ήταν μαζί μας, τραυματίστηκε κάποιος άλλος και πέρασαν οι σφαίρες μέσα από το χέρι μου. Οπότε, στην έξαψη και με ένα χέρι, το έριξα στην παραλία και διέταξα εγκατάλειψη πλοίου. Οι άνθρωποι πήδηξαν στο νερό για να κολυμπήσουν κάτω από την προβλήτα, αλλά τα αεροπλάνα συνέχισαν τις επιθέσεις και στους ναυαγούς στη θάλασσα. Τελικά βγήκαμε έξω. Είπα στο πλήρωμα να βρουν αυτοκίνητο να μας πάνε σε νοσοκομείο. Πήγαμε. Οι Τούρκοι έκαψαν το καράβι με βόμβες ναπάλμ, όπως και πολλούς ανθρώπους στις παραλίες εκεί στο καραβοστάσι Ξερός»

Ο Πλοίαρχος Δημήτρης Μητσάτσος

Απολογισμός εφτά νεκροί και οι υπόλοιποι σοβαρά τραυματισμένοι με πολτοποιημένους μυς, καμένη σάρκα και σπασμένα κόκκαλα.

Ο πυροσβέστης Κοκκινίδης Ανδρέας, πλησιάζοντας την ακταιωρό περιγράφει την τραγική κατάσταση:

«Φωτιές και πυκνοί μαύροι καπνοί έβγαιναν από το σκάφος που παρουσίαζε μία τραγική εικόνα από τους βομβαρδισμούς. Είχε καταντήσει μία άμορφη μάζα από σίδερα. Πρόσεξα πως κάποια μέλη κείτονταν νεκρά. Μερικά από αυτά ήταν καμένα και παραμορφωμένα από τις εκρήξεις και της βόμβες Ναπάλμ. Τραυματίες δεν βρήκαμε, αλλά έμαθα πως μεταφέρθηκαν όλοι στο νοσοκομείο της Πεντάγυιας»

Ο Πυροσβέστης Κοκκινίδης Ανδρέας

Στο νοσοκομείο, γενικός χειρούργος ήταν ο Δρ. Δημητριάδης Ανδρέας, ο οποίος χειρούργησε και τους 13 τραυματίες της ακταιωρού.

«Ο πρώτος που χειρούργησα ήταν ο Πλοίαρχος Μητσάτσος. Ήταν ο βαρύτερα τραυματισμένος. Οι μύες του ήταν πολτοποιημένοι, το οστό κομματιασμένο, το χέρι κάτασπρο χωρίς σφυγμό. Το δίλημμά μου ήταν μεγάλο. Έπρεπε ή να ακρωτηριάσω τον βραχίονα ή να αποκαταστήσω το πολτοποιημένο περιβάλλον. Προτίμησα το δεύτερο. Ενώ χειρουργούσα τον δεύτερο τραυματία, ένας δυνατός κρότος τράνταξε ολόκληρο το χειρουργείο. Ένα τουρκικό αεροπλάνο που πετούσε πολύ κοντά στο νοσοκομείο, είχε καταρριφθεί από τα αντιαεροποροικά πυρά της Εθνικής Φρουράς. Στον πόλεμο δεν υπάρχει ασφαλές καταφύγιο πουθενά. […] Εκείνη τη βουβή νύχτα τα τουρκικά πλοία πηγαινοέρχονταν κοντά στην ακτή. Δέκα χρόνια αργότερα, η περιοχή καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα»

Δρ Ανδρέας Δημητριάδης

Η εκταφή των οστών 53 χρόνια μετά

Το πρωί της Τρίτης 5 Απριλίου 2017, έγινε στο κοιμητήριο Κωνσταντίνου και Ελένης η εκταφή πεσόντων από την Ελλάδα της ακταιωρού «Φαέθων». Σε συνέντευξη Τύπου, ο Φ.Φωτίου ανέφερε: «Λανθασμένα οστά έχουν δοθεί στους συγγενείς εδώ και χρόνια και αντιλαμβάνεστε ότι το δράμα των συγγενών συνεχίζεται εδώ και 53 χρόνια γιατί η υπόθεση αυτή δεν αφορά θέματα που έχουν να κάνουν με το 1974 αλλά το 1964». Μετά από 53 χρόνια, θα παραδοθούν στους συγγενείς τα σωστά οστά των πεσόντων της ακταιωρού Φαέθων, για να γίνει η ταφή τους.