Λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω από τη δαντελωτή ακρογιαλιά της Κερύνειας και κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Αγίου Ιλαρίωνα βρίσκεται ριζωμένος ένας μικρός επίγειος παράδεισος, το Κάρμι. Ως άλλο Σούλι, όπως έτειναν να χαρακτηρίζουν τα γύρω χωριά, το Κάρμι επρόκειτο να γνωρίσει τη λάμψη του Χόλυγουντ στην αυγή της δεκαετίας του ’70.

Τέσσερα χρόνια πριν τα τραγικά γεγονότα της τουρκικής εισβολής, οι Καρμιώτες και όχι μόνο θα βίωναν μία εντελώς πρωτόγνωρη εμπειρία: το τότε «sex symbol» της εποχής, Ράκελ Γουέλς, είχε διαλέξει τα στενά του χωριού για να αποδείξει τη διαφορά μεταξύ μίας «θεάς του σεξ» και μίας ηθοποιού· η γιαγιά Μαρούλλα, η θεία Νάσω, ο θείος Νίκος κι άλλοι τόσοι Καρμιώτες θα έδιναν στη Ράκελ Γουέλς την ευκαιρία να αποδείξει τα υποκριτικά της ταλέντα.

Ο εκκεντρικός και εκρηκτικός σκηνοθέτης Τζωρτζ Κοσμάτος βρήκε τις σκηνές που ήθελε στα σοκάκια του Καρμιού και οι κάτοικοί του ήρθαν σε επαφή με τον εξωπραγματικό, για τους ιδίους, κόσμο του Χόλυγουντ. Μεσόγειος κι Ατλαντικός ενώθηκαν και η Κύπρος μπήκε για πρώτη φορά στον χάρτη του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Το σενάριο ήταν απλό: η πρωταγωνίστρια έπρεπε να προσπαθήσει τα μέγιστα να γίνει μία Καρμιώτισσα για τις ανάγκες του γυρίσματος. Οι εντυπώσεις και τα συναισθήματα αμοιβαία: οι Καρμιώτες θα ζούσαν για λίγες μέρες τη μαγεία του κινηματογράφου και το προσωπικό της ταινίας θα βίωνε για λίγο τη μαγεία του Καρμιού. Η ταινία δεν γνώρισε την επιτυχία που ονειρευόταν και οι Καρμιώτες δεν την είδαν ποτέ. Η ιστορία πάθους και αμαρτίας που ήθελε ο Κοσμάτος να αποδώσει κρίθηκε αρνητικά από κοινό και σία και, στον αντίποδά του, οι περισσότερες κριτικές αναφέρονται με θαυμασμό στον ηθογραφικό κόσμο των Ελλήνων της Κύπρου, που διαγράφεται μέσα από τις δευτερεύουσες σκηνές της ταινίας. Για την επόμενη τετραετία, το Κάρμι και τα γυρίσματα αποτελούσαν κεντρικό θέμα συζήτησης σε όλο το νησί μέχρι που οι όλμοι της εισβολής σώπασαν τον ενθουσιασμό.

Αυτήν τη σιωπή, λοιπόν, έσπασαν οι Κώστας Πατσαλίδης και Γιώργος Αβραάμ με το ντοκιμαντέρ τους «Πολυαγαπημένες Μέρες», τέσσερις δεκαετίες μετά. Με αφορμή την «Πολυαγαπημένη», οι δημιουργοί μάς μεταφέρουν στο Κάρμι του τότε και του σήμερα και στην Κύπρο του πριν και μετά το ’74. Αν και ως κεντρικός άξονας χρησιμοποιείται η ταινία, ουσιαστικά το ντοκιμαντέρ αποτελεί ένα ταξίδι στον χωροχρόνο, μία εξαιρετική ευκαιρία αφύπνισης αναμνήσεων και μία σημαντική καταγραφή λεπτομερειών που αφορούν τον κόσμο του θεάματος της Κύπρου και όχι μόνο την τότε εποχή. Ιστορικά, πολιτικά, κοινωνικά δεδομένα προβάλλονται με εναλλαγές, καθιστώντας το ενδιαφέρον και πολυεπίπεδο.

Ευθύβουλος Ευθυβούλου από τη Σκυλλούρα θυμάται:
«Οι σκηνές του έργου στην εκκλησία έχουν γυριστεί στο χωριό μου Σκυλλούρα και θυμάμαι πολύ καλά τη Rachel Welch. Την περιμέναμε ώρες να βγει από το τροχόσπιτο έξω από την εκκλησία. Ο λόγος των γυρισμάτων στο χωριό μου ήταν γιατί ο Μητροπολίτης τότε Μακαριστός Κυπριανός δεν επέτρεπε τα γυρίσματα της ταινίας που διαδραματίζονταν σε θρησκευτικό χώρο, να γυριστούν σε εκκλησία της δικής του Μητρόπολης. Έτσι, επειδή το χωριό μου είναι το πρώτο που συνορεύει με την εκκλησιαστική περιφέρεια Κερύνειας, αλλά ανήκει στην Αρχιεπισκοπή, τα γυρίσματα του εν λόγω έργου γυρίστηκαν στην εκκλησία μας»

Σημαντικό ρόλο στο ντοκιμαντέρ παίζει ο Γιάννης Μιτίδης, ο οποίος θυμάται με λεπτομέρεια τα γυρίσματα και όσα συνέβησαν πίσω από τις σκηνές. Ο ίδιος, 14 χρονών τότε, είχε ρόλο κομπάρσου στην ταινία, όπως άλλωστε οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, και στην ταινία του ’70 και στο ντοκιμαντέρ, διαγράφεται ο ηθογραφικός χαρακτήρας μίας μικρής κοινωνίας. Τα έθιμα, οι συνήθειες, οι ασχολίες διαγράφονται μέσα από τις σκηνές στη μεγάλη οθόνη αλλά και στα παρασκήνια. Ο Κοσμάτος δεν θα ξεχνούσε ποτέ πως οι Καρμιώτισσες τον έστησαν στα γυρίσματα όταν τους ζητήθηκε να είναι σχεδόν ημίγυμνες κι επέλεξαν «να πάνε στα τεράτσια». Ούτε πως αναγκάστηκε να αναζητήσει άλλην εκκλησία για τα τελευταία γυρίσματα, καθώς οι κάτοικοι του χωριού που ένιωθαν να προσβάλλονται τα θεία δεν διαπραγματεύονταν το ζήτημα. Μέσα από την προβολή αυτών των χαριτωμένων «αναποδιών», σκιαγραφείται το είναι και η κράση μίας ολόκληρης κοινωνίας.

Το ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το ελάχιστο ως εξαιρετικό. Η επιτυχία του έγκειται στο γεγονός πως συνδυάζει μία πλειάδα από πληροφορίες, καθιστώντας το πολύπλευρο και πρωτοποριακό. Επιχειρώντας μία ιστορική αναδρομή, υπενθυμίζει τον παράγοντα εισβολή-κατοχή-προσφυγιά, χωρίς αναφορές στα πολεμικά γεγονότα του ’74. Η εναλλαγή σκηνών γέλιου και συγκίνησης προβληματίζουν τον θεατή, χωρίς ο προβληματισμός αυτός να γίνεται μελό. Η εικόνα έχει καταπληκτική ροή, καθιστώντας το ιδιαιτέρως απολαυστικό οδοιπορικό στο πολυαγαπημένο Κάρμι γλυκά νοσταλγικό. Η προσέγγιση των αναμνήσεων και βιωμάτων της εισβολής, μέσα από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της, αποδεικνύουν πως η εισβολή είναι ακόμα εδώ και οι πρόσφυγες δεν την ξεπερνούν. Η άρνηση του Γιάννη Μιτίδη να περάσει το οδόφραγμα για να επισκεφθεί το πολυαγαπημένο του Κάρμι αποδεικνύει πως την κατοχή δεν πρόκειται να την «ξεπεράσουμε», παρά μόνο όταν ελεύθεροι, χωρίς ένδειξη ταυτότητας, θα περάσουμε ξανά το κατώφλι του σπιτιού μας. Αυτό που καταφέρνουν οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ μέσα από τις αφηγήσεις των προσφύγων είναι να συλλάβουν το κυπριακό δράμα, το οποίο υπενθυμίζει πως υφίσταται σε όλες τις πτυχές της ζωής μας και η χρήση του κινηματογράφου ως μέσο προβολής του είναι ό,τι πιο ουσιαστικό τα τελευταία χρόνια.

Ο Κυριάκου Αχιλλέως θυμάται χαρακτηριστικά τις μέρες που συνάντησε τη Ράκελ Γουέλς στην Κύπρο

Το καλοκαίρι του 1970 μόλις είχα απολυθεί από τον στρατό και προτού φύγω για την Θεσσαλονίκη, πήγαμε με τον θείο Γιώργο και την θεία Χρυστάλλα στον Απόστολο Ανδρέα. Δεν θυμάμαι αν ήταν Δεκαπενταύγουστος, αλλά ο κόσμος ήταν πολλής. Ήταν κατά τις δώδεκα το μεσημέρι όταν στην μικρή αποβάθρα που υπήρχε κάτω από την εκκλησία, κοντά στο Αγίασμα, πλησίασε από την θάλασσα ένα υπέροχο σκάφος περίπου 25 – 28 πόδια μήκος, με δύο εξωλέμβιες μηχανές 300 άλογα η κάθε μια και με το όνομα “LOU”.

Με μεγάλη μου έκπληξη πρόσεξα ότι ο καπετάνιος του σκάφους ήταν ο εξάδελφος μου Άντης Λεοντιάδης, κατά το ήμισυ Αγλαντζιώτης, από την μητέρα του και κατά το άλλο ήμισυ Βαρωσιώτης , από τον πατέρα του. Η έκπληξη όμως δεν σταματούσε εδώ αλλά γινόταν ιλιγγιώδης βλέποντας την κοπέλα που τον συνόδευε: Η Ράκελ Γουέλς, η πλέον διάσημη ηθοποιός της εποχής, πανέμορφη και με ένα σώμα που σου σταματούσε την αναπνοή. Εκείνη την εποχή η Ράκελ Γουέλτς γύριζε την ταινία “Sin” στην Κερύνεια όπου και ο Άντης δραστηριοποιόταν εκεί ενοικιάζοντας σκάφη.
Έμενε σε μια παλιά εκκλησία που είχε αγοράσει και μετατρέψει σε κατοικία. Ο Άντης κατ’ ακρίβεια ήταν θείος μου, αφού η μητέρα του ήταν αδελφή της γιαγιάς μου, αλλά λόγω της μικρής διαφοράς ηλικίας αποκαλούσαμε και θεωρούσαμε ο ένας τον άλλο ξάδελφο. Εν πάση περιπτώσει είμαστε πολύ συνδεδεμένοι. Κατεβαίνει λοιπόν ο Άντης από το σκάφος, βοηθά την Ράκελ να κατεβεί και αγκαλιαζόμαστε. Τταππουρούμεν ό ένας τον άλλο έπειτα γυρίζει στην κοπέλα, της εξηγά ότι είμαστε ξαδέλφια, ξαναστρέφεται σ’ εμένα και μου λέει «την Ρέητσελ» την γνωρίζεις φαντάζομαι. Και απαντώ με φωνή που έβγαινε μετά δυσκολίας «και ποιός δεν την γνωρίζει».
Η Ρέητσελ φορούσε ένα μικροσκοπικό μπικίνι και είχε στη μέση της δεμένο ένα αραχνοΰφαντο μαντήλι και κάνει την κίνηση που παραλίγο να μου στοίχιζε την ζωή. Με αγκαλιάζει πλήρως (εννοώ ότι κόλλησε πάνω μου) και με φιλά. Ένα φιλί στην κάθε βούκκα και ένα τρίτο στο λαιμό λίγο κάτω από το αυτί μου. Τα πόδια μου έτρεμαν και μέχρι σήμερα απορώ πως άντεξαν και δεν διπλώθηκα χαμαί. Ο κόσμος που ήταν μαζεμένος εκεί, δεν ξέρω ακόμα γιατί, αλλά χειροκροτούσαν και φώναζαν ζήτω.

Έγιναν οι συστάσεις με τον θείο και την θεία, πήγαμε όλοι μαζί στην εκκλησία όπου προσκύνησαν και δύο τους και μετά πήγαμε στο μοναδικό κέντρο που υπήρχε τότε και φάγαμε όλοι μαζί. Ο Άντης και η Ρέητσελ έφαγαν μόνο σαλάτα. Μετά από 1-2 ώρες έφυγαν αλλά η ανάμνηση τους θα παραμένει πάντα μαζί μας.


Όσα διαδραματίστηκαν στο Κάρμι έγιναν ντοκιμαντέρ από τον Κωνσταντίνο Πατσαλίδη. Δείτε στο τρέιλερ εικόνες και μαρτυρίες από τα γυρίσματα του 1971