Στις 23 Νοεμβρίου 1962 τα κυπριακά πρωτοσέλιδα και όχι μόνο έκαναν λόγο για μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες εξεύρεσης ναρκωτικών σε διεθνές επίπεδο. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη επιχείρηση του αιώνα. Οι κυπριακές αρχές είχαν εντοπίσει 1200 οκκάδες όπιο αξίας 1.500.000 λιρών. Η επιχείρηση των κυπριακών αρχών αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες και μάλιστα χαρακτηρίστηκε ως ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη.

Η επίσκεψη την ίδια ημέρα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακαρίου Γ’ στην Κωνσταντινούπολη, συνέπεσε με την άφιξη του σκάφους στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Αν και υπήρχαν σαφείς οδηγίες και πληροφορίες από αστυνομικούς ότι το σκάφος έπρεπε να «φρουρείται αγρύπνως», η σκέψη πως η έρευνα μπορεί να είχε πολιτικές επιπτώσεις πάγωνε τους πάντες. Για αυτό και όλα έπρεπε να γίνουν πολύ προσεκτικά και χωρίς να δοθεί η παραμικρή αφορμή για λάθη.

Από αριστερά προς δεξιά: Ο υπεύθυνος της Προληπτικής Υπηρεσίας του Τελωνείου Αμμοχώστου κ. Τάκης Χρήστου, ο Αστυνόμος Βαρωσίων κ. Γ. Γεωργιάδης, ο Υπεύθυνος της Λιμενικής Αστυνομίας κ. Γιάννης Ζαμπάς που έλαβε πρώτος τις πληροφορίες για το λαθραίο φορτίο και ο Λιμενάρχης Αμμοχώστου κ. Ανδρέας Καντούνας

Οι υποψίες για το ιστιοφόρο Κεμερλής είχαν ήδη αρχίσει να μεγεθύνονται όταν ο πλοίαρχος του ιστιοφόρου που είχε ξεκινήσει από Κωνσταντινούπολη προς Αλεξανδρέττα δήλωσε πως θα κάνει στάση στον λιμένα Αμμοχώστου λόγω κακοκαιρίας. Οι λιμενικές αρχές κινητοποιήθηκαν καθώς δεν υπήρχε πουθενά κακοκαιρία. Αλλά ακόμα κι αν υπήρχε κάποια ανησυχία για τοπική επιδείνωση, το σκάφος θα έπρεπε να κατευθυνθεί προς το λιμάνι της Αλεξανδρέττας καθώς ήταν πιο κοντά στη ρότα του.

Επιπλέον, παρατήρησαν ότι η μηχανή του ιστιοφόρου ήταν πολύ μεγαλύτερη και πολύ ικανότερη να εξυπηρετήσει πιο απαιτητικά φορτία από αυτά του μεγέθους του Κεμερλή. Τα πάντα «μύριζαν» λαθρεμπορία. Τότε οι λιμενικοί αποφάσισαν να διενεργήσουν έλεγχο στο σκάφος με την συμμετοχή ενόπλων και τελωνειακών.

Ο πλοίαρχος αρνήθηκε να εκφορτώσει 1350 κενά βαρέλια και επικαλέστηκε οικονομικά ζητήματα. Υποστήριξε ότι αυτή η πράξη θα του στοίχιζε πολύ και προκλητικά απαίτησε τα έξοδα να καλύψει η Κυπριακή Δημοκρατία. Οι αρχές δεν ολιγώρησαν και ξεκίνησαν έρευνες πάνω στο σκάφος. Ούτε οι ίδιες οι αρχές φαντάζονταν τι θα συναντούσαν. Όταν μετακίνησαν τις πρώτες σειρές βαρελιών εντόπισαν μεγάλο φορτίο ναρκωτικών σκεπασμένα με ένα πανί.

Το «ναμάζιν» του πλοιάρχου

Μόλις ξεκίνησε η έρευνα ο Τούρκος πλοίαρχος κατάλαβε ότι πλησίαζε το τέλος. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες όταν οι αρχές έφτασαν στο σημείο του παράνομου εμπορεύματος, γονάτισε και άρχισε να κάνει «ναμάζιν», προσευχόμενος για τη σωτηρία του.

Από αριστερά προς δεξιά: Ο πλοίαρχος του Κεμερλή Χασάν Φεγμί Μουρτεζά, ο νεαρότερος των συλληφθέντων ναυτών Γιασάρ Γιλμάζ, ο μηχανικός του Κεμερλή Αχμέτ Καγιάρ, ναύτης Μεχμέτ Οζντάλ, ναύτης Ισμαήλ Γκιουνάν

Η επιτυχία των λιμενικών αρχών αποτέλεσε παγκύπριο και διεθνή έπαινο και επιβεβαίωσε ότι η Κύπρος αποτελούσε διαμετακομιστικό σταθμό για την εμπορία ναρκωτικών. Από τότε ξεκίνησε μία σειρά από επιχειρήσεις για την πάταξη του εμπορίου ναρκωτικών που οδήγησε και στην σύληψη και άλλων παράνομων φορτίων.