Της Ιλιάνας Κουλαφέτη 

21 Ιουλίου 365 μ.Χ. Η ζωή στο Κούριο κυλούσε κανονικά, σαν οποιαδήποτε άλλη μέρα, μέχρι που ο εγκέλαδος αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή των Κυπρίων της Λεμεσού. Εκείνη την ώρα μια τριμελής οικογένεια ξάπλωνε στο κρεβάτι. Η μητέρα, μια νέα γυναίκα 19 ετών ,κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της το παιδάκι της, μόλις ενάμιση έτους. Από πάνω τους τούς αγκαλιάζει σφιχτά ένας άντρας, προφανώς ο πατέρας. Προσπαθεί εναγωνίως να τους προστατεύσει από τους τράστιους ογκόλιθους που πέφταν πάνω τους. Οι προσπάθειές του όμως ήταν μάταιες. Χρόνια μετά, οι σκελετοί της τριμελούς οικογένειας βρέθηκαν στην ίδια στάση, αποδεικνύοντας τις προσπάθειες τριών ανθρώπων που ήθελαν να ζήσουν. Ήταν η μέρα που η ζωή στο Κούριο τελείωσε.

Με επίκεντρο την θαλάσσια περιοχή 30 μίλια βορειοδυτικά του Κουρίου, μία σειρά από σεισμικές δονήσεις σήκωσαν τεράστια παλιρροϊκά κύματα τα οποία έφθασαν ως τις ελληνικές και αιγυπτιακές ακτές. Η καταστροφή ήταν ανείπωτη. Η περιοχή ερημώθηκε για αρκετούς αιώνες. Κοντά στο αρχαίο Κούριο, δημιουργήθηκε ένα αγροτικό κέντρο, όμως ουσιαστικά το αρχαίο Κούριο είχε εξαφανισθεί.

Το συγκλονιστικό εύρημα της αποκάλυψης αυτής, έφερε στο φως ο αρχαιολόγος Ντέιβιντ Σόρεν ο οποίος με άρθρο του στο διεθνές περιοδικό του National Geographic περιέγραψε και τεκμηρίωσε τη θεωρία πως ο αρχαίος οικισμός του Κουρίου, καταστράφηκε από σεισμό πριν 16 αιώνες.

Η 19χρονη γυναίκα φορούσε μια καρφίτσα στα μαλλιά της, φτιαγμένη από κόκκαλο. Ο νεαρός πατέρας φορούσε ένα δαχτυλίδι που πάνω έφερε τα αρχικά του Χριστού «Χ.Ρ.». Το βρέφος κρατούσε σφιχτά τον αγκώνα της μητέρας του.

Το ζευγάρι έμεινε γνωστό ως ο «Ρωμαίος και η Ιουλιέτα» της Κύπρου.

 

Λίγο πιο κάτω από το επιβλητικό αρχοντικό στο οποίο βρέθηκαν, ο σκελετός ενός 55χρονου εργάτη αναζητούσε καταφύγιο την ώρα του σεισμού στην είσοδο ενός υποστατικού. Η κάμαρη μέσα ήταν πανέμορφη και γεμάτη τοιχογραφίες. Οι τοίχοι ωστόσο, έπεσαν στο κεφάλι του και οι τεράστιες πέτρες τον καταπλάκωσαν. Τα πόδια του προεξείχαν από τα ερείπια και ίσως κάποια στιγμή τα άγρια ζώα, πεινασμένα, τα κατασπάραξαν. Τα οστά από τα πόδια του δεν βρέθηκαν στην ανασκαφή.

Εκείνη τη μέρα ο θάνατος κτύπησε απροειδοποίητα και οι κάτοικοι του Κουρίου παρέμειναν στην ίδια στάση βρίσκοντας φρικτό θάνατο μέσα σε μόνο λίγα λεπτά.

Το 1934 η αρχαιολογική σκαπάνη του Αμερικανού Ντάνιελ έφερε για πρώτη φορά στο φως τα ευρήματα αυτά, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία του.

Αρχικά ανακάλυψε τα ερείπια ενός ρωμαϊκού σπιτιού, χαλάσματα και οικοδομικά υλικά τα οποία μαρτυρούσαν πως η περιοχή είχε πληγεί από σεισμό. Συνεχίζοντας τις έρευνές του ανακάλυψε τα λείψανα ενός αγκαλιασμένου ζευγαριού, το οποίο ονόμασε «Ρωμαίο και Ιουλιέτα». Για όλα τα στοιχεία κράταγε ημερολόγιο το οποίο όμως ποτέ δεν εξέδωσε. Ο Σόρεν και η ανακάλυψη του Κουρίου.

Σαρανταέξι χρόνια αργότερα, ένας άλλος αρχαιολόγος, ο Σόρεν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μισσούρι, διάβαζε το ημερολόγιο του Ντάνιελς. Έτσι, αποφάσισε να επισκεφθεί το Μουσείο της Επισκοπής, στο οποίο περιέχονται αντικείμενα από το αρχαίο Κούριο, μεταξύ των οποίων και νομίσματα.

Ο νεαρός αρχαιολόγος πρόσεξε πως η τελευταία χρονολογία είναι το 365 μ.Χ. Γνωρίζοντας ήδη την ύπαρξη ενός ισχυρού σεισμού που έπληξε τη Μεσόγειο στα μέσα του 4ου αιώνα αναρωτήθηκε αν αυτή η ισχυρή καταστροφή, η οποία περιγραφόταν ως πολύ χειρότερη από τις εκρήξεις στην Πομπηία, ήταν ο σεισμός που ισοπέδωσε το Κούριο.

Ο χλευασμός

Ο Σόρεν έβαλε σκοπό να εντοπίσει αυτήν την περιοχή στην οποία αναφερόταν ο Ντάνιελ στο ημερολόγιό του. Όμως ο νεαρός αρχαιολόγος δεν έδινε κανένα στοιχείο για να βρει ο Σόρεν την περιοχή παρά μόνο, πως επρόκειτο για μία απόκρυμνη περιοχή κοντά στο λιμάνι. Στην προσπάθειά του να εντοπίσει τα ερείπια, ο Σόρεν κόντεψε να χάσει τη ζωή του δύο φορές.

Την πρώτη φορά παραλίγο να γκρεμιστεί στην απόκρημνη περιοχή και τη δεύτερη όταν προσβλήθηκε από κάποια ασθένεια. Καθώς ανάρρωνε έπεσε στα χέρια του ένα βιβλίο για το αρχαίο Κούριο. Τα σχεδιαγράμματα στον χάρτη του βιβλίου έμοιαζαν με το σχήμα των ανασκαφών του Ντάνιελ. Ο Σόρεν ήταν σίγουρος, πως το Κούριο ήταν η πόλη που περιέγραφε ο αμερικανός αρχαιολόγος. Ενθουσιασμένος από την ανακάλυψη, παρουσίασε τη θεωρία του σε ένα Συνέδριο στη Λευκωσία. Οι συνάδελφοί του όμως γέλασαν και τον χλεύασαν. Οι ανασκαφές του Σόρεν διήρκεσαν τέσσερα χρόνια.

Με πείσμα και υπομονή ανακάλυψε όλα όσα περιέγραφε ο Ντάνιελς στο ημερολόγιό του, όμως χρειαζόταν κι άλλα στοιχεία για να πείσει την επιστημονική κοινότητα. Συνεχίζοντας τις ανασκαφές, ο Σόρεν έφθασε στο Κούριο. Τότε αντίκρισε μία περιοχή έρημη για 16 αιώνες. Τα ερείπια και τα οστά των ανθρώπων είχαν παραμείνει ανέγγιχτα από την ημέρα της τρομερής θεομηνίας.

Χωρίς να χάσει καιρό και με τη βοήθεια ειδικών προγραμμάτων στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και σεισμολόγους κατάφερε να αποδώσει την τελευταία έκφραση των ανθρώπων που βρέθηκαν στο Κούριο.

 

Στο σημείο εκείνο ο Σόρεν ανακάλυψε κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως για παράδειγμα ότι τα σπίτια του οικισμού είχαν φοβερές ομοιότητες με τα σημερινά κυπριακά, παραδοσιακά σπίτια. Επίσης, ανακάλυψε 200 λεπτά οστέινα αντικείμενα στο μέγεθος και σχήμα καρουλιού που χρησιμοποιείται για υφαντή δαντέλα.

Με πληροφορίες από το Περιοδικό