Οι πρώτες αντιδράσεις και το σοκ των Βρετανών μόλις αποίκισαν το νησί

Τον Ιούνιο του 1878 το αγγλικό έθνος «ξύπνησε κάποιο πρωινό για να πληροφορηθεί πως η Κύπρος πέρασε υπό βρετανική κυριότητα», όπως είχε πει ο φιλελεύθερος βουλευτής Samuel Laing. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο κόσμος άρχισε να ζητά πληροφορίες για το νέο νησί. Όσοι το είχαν επισκεφθεί δημοσίευαν άρθρα προς τέρψη της περιέργειας του κοινού, ενώ για τους  μορφωμένους υπήρχαν ήδη γραμμένα βιβλία από Άγγλους και Γάλλους, που είχαν επισκεφθεί και μελετήσει το νησί στο παρελθόν.

«Το φιάσκο της Κύπρου»

Ο Robert Hamilton Lang, ο οποίος υπηρέτησε ως πρόξενος της Βρετανίας στη Λάρνακα, κατέγραψε την αντίδραση των Βρετανών πολιτών.
«Όλοι ενδιαφέρθηκαν. Οι έμποροι πίστεψαν πως θα ανακάλυπταν έναν μαγικό τρόπο να αυξήσουν τα έσοδά τους και οι αθλητές πως θα έβρισκαν νέες συγκινήσεις. Άλλοι ανυπομονούσαν να εκμεταλλευτούν οικονομικά την Κύπρο και χιλιάδες άνεργοι Βρετανοί να αποκτήσουν εργασία».
Ωστόσο, δεν άργησε να έρθει η διάψευση και η απομυθοποίηση όταν ο πολεμικός ανταποκριτής και δημοσιογράφος  Archibald Forbes δημοσίευσε στη Daily News άρθρο με τίτλο «Το φιάσκο της Κύπρου» και περιγράφοντας το νησί με τα χειρότερα λόγια ως  «ένα άθλιο νησί σε μια νεκρή γωνιά της Μεσογείου».

«Μια ανθυγιεινή τρύπα στην έρημο»

Η κακή εικόνα που περιέγραφε ο Forbes δεν άργησε να επαληθευτεί, όταν ένα ατυχές γεγονός λειτούργησε καταλυτικά στην καταστροφή της αισιόδοξης εικόνας για την Κύπρο. Οι Βρετανοί μόλις αποίκισαν το νησί, μετέφεραν από τα στρατόπεδα της Μάλτας, 9.000 στρατιώτες. Ήταν όμως όλοι απροετοίμαστοι για τις καιρικές συνθήκες που θα αντιμετώπιζαν. Χωρίς να έχουν βρει κατάλληλα καταλύματα για το καλοκαίρι, οι στρατιώτες δεν άντεξαν τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο και την υγρασία κι ένα 25% προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό και μαλάρια.
Κάποιοι έχασαν και τη ζωή τους.

Η τραγωδία αυτή που ταξίδεψε γρήγορα στα βρετανικά μέσα, συγκλόνισε τη βρετανική κοινωνία, η οποία άρχισε να αντιμετωπίζει το νησί ως «ύπουλο κι επικίνδυνο» ενώ οι εφημερίδες έκαναν λόγο για μια «ανθυγιεινή τρύπα στην έρημο».

Ο Philip Stewart Robinson, πρωτοπόρος στο αντικείμενο της φυσικής ιστορίας, παρατηρούσε: «αντί  να είναι μια εύφορη γη, σκεπασμένη με καρπούς φρούτων και αστραφτερή χλωρίδα, η οποία έκανε παλαιότερα το νησί τον παράδεισο της Μεσογείου, δεν υπάρχει στον κόσμο αθλιότερο μέρος».

Παρ’ όλα αυτά, οι Βρετανοί δεν κάμφθηκαν ιδιαίτερα. Από τη μία η περιέργεια και η ευρυμάθεια κι από την άλλη το προσωπικό στοίχημα της κυβέρνησης να καταστήσει το νησί  σε υπόδειγμα σωστής διακυβέρνησης, σε μια «όαση στην περιβάλλουσα έρημο των ζοφερών, οπισθοδρομικών, ασιατικών διοικήσεων», πείσμωσαν τους Βρετανούς, οι οποίοι συνέχισαν να επισκέπτονται και να εγκαθίστανται στο νησί, διαιωνίζοντας την κατοχή.

«Τα μουλάρια δυσκολεύονται να ορθοποδήσουν στο έδαφος»

Ένας ακόμη περιηγητής, ο Samuel Brown, επέλεξε να επισκεφθεί το νησί για να δει ιδίοις όμασοι, όσα κατέγραφαν τα περιοδικά. Μόλις αντίκρυσε από το πλοίο το νησί επιβεβαιώθηκε για την ξηρότητά του. «η γης απλώνεται γυμνή, άγονη, άδεντρη, άνυδρη».

Ο περιηγητής Malcom Meason συμπληρώνει «για να διανύσουμε αυτά τα τριάντα μίλια (Από τη Λάρνακα στη Λευκωσία) χρειάστηκε μια ολόκληρη μέρα. Τόσο άθλιοι ήταν οι δρόμοι που τα μουλάρια μας δυσκολεύονταν να ορθοποδήσουν πάνω στο ανώμαλο έδαφος».

Λάρνακα-Λευκωσία, μία διαδρομή αν-ειδυλλιακή

Όσοι Βρετανοί αποβιβάζονταν στο νησί, κινούσαν κατευθείαν για την πρωτεύουσα. Ωστόσο η διαδρομή δεν ήταν ποτέ ειδυλλιακή. Οι ταξιδιώτες έπρεπε να περάσουν  μέσα από μικρά χωριά τα οποία «έμοιαζαν με πρωτόγονους οικισμούς». Τα καλυβόσπιτα ήταν κτισμένα από πλίνθους, πηλό και καλάμια. Το γήινο χρώμα των τούβλων «προσδίδει στα σπίτια μια ζοφερή και μελαγχολική εμφάνιση, αλλά ο ταξιδιώτης βρίσκεται προ ευχάριστης έκπληξης εισερχόμενος στο ευάερο και άνετο εσωτερικό».  Τα δημόσια κτήρια ήταν κτισμένα από πέτρες που αφαιρούσαν από τα αρχαία οικοδομήματα. Η ζωή των Κυπρίων ήταν λιτή και απλή.
Κάποιοι Βρετανοί σοκαρισμένοι από τις ανέσεις που οι ίδιοι είχαν συνηθίσει, απέδιδαν αυτή τη λιτότητα στο θερμό κλίμα. Θεωρούσαν πως η ζέστη έκανε τους χωρικούς απαθείς, βαρύθυμους και λάτρεις της εύκολης ζωής.

«Αμαθείς και απολίτιστοι οι Κύπριοι»

Οι Βικτωριανοί επισκέπτες, συνηθισμένοι σε εντελώς διαφορετικά πρότυπα και νοοτροπίες, αδυνατούσαν να επικοινωνήσουν με τους ιθαγενείς κάτοικους του νησιού και δεν κατέβαλαν καμία ουσιαστική προσπάθεια για να τους γνωρίσουν σε βάθος. Οι γλωσσικές εκφράσεις των χωρικών, οι συνήθειες, το χρώμα του δέρματος, το ντύσιμο και η γενικότερη εμφάνισή τους προκαλούσε αποστροφή στους Άγγλους.
Ακόμη και οι τιμές που προσέδιδαν οι Κύπριοι σε αυτούς  δεν ήταν αρκετές, αφού τους ενοχλούσε η απροκάλυπτη ταπεινοφροσύνη, σχεδόν δουλικότητα, που εκδήλωνε ο αμαθής όχλος. Οι περιγραφές που έδιναν δεν απέκλιναν μεταξύ τους.

«Αδαείς, δεισιδαίμονες και νωθροί ενώ η κοινωνική τους κατάσταση είναι κακή. Τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες είναι κατά κανόνα ελεεινά υποβαθμισμένοι. Ο κόσμος της Κύπρου έχει εθιστεί στη νωχελικότητα, στις φιέστες και στις διακοπές. Ο πληθυσμός είναι γενικά δύσπιστος σε ό,τι αφορά τις πολιτισμένες ιδέες».

Γεματούλες και πλαδαρές οι Κύπριες

Τις απόψεις τους για τις Κύπριες οι Βρετανοί μοίραζαν μέσα από άρθρα στον βρετανικό τύπο. Στην εφημερίδα Fife Herald, την 1η Αυγούστου του 1878, ένας αρθρογράφος γράφει για τις Κύπριες «Οι Κύπριες είναι εξαιρετικές νοικοκυρές και οι κόρες τους μαθαίνουν εύκολα να ράβουν και να τρίβουν μέχρι η πέτρα από τα πλατύσκαλα της εξώπορτάς τους να λάμψει σαν αλάβαστρο! Είναι όμως χοντρές και πλαδαρές με μακριά μαλλιά μαζεμένα χαμηλά στο σβέρκο σε αλογοουρά ή πλεξούδα, με απλές πουκαμίσες και κυπριακές βράκες!».

Βέβαια, όποια κι αν ήταν η άποψη των Βρετανών για τους Κύπριους και τις Κύπριες, η άποψη των κατοίκων του νησιού για τους νέους «αφέντες» του, δεν ήταν πάντα η ίδια. Η αρχική συμπάθεια προς τους «πολιτισμένους δυτικούς» που θα τους «απελευθέρωναν επιτέλους και θα τους επέτρεπαν να ενωθούν με τη μητέρα Ελλάδα», σύντομα άλλαξε άρδην.