Η δολοφονία του Κύπριου ιερομόναχου

Μία τραγική ιστορία από τους αγίους Τόπους, αφορά τη δολοφονία ενός Κύπριου ιερομόναχου το 1979. Πρόκειται για τον πατέρα Φιλούμενο, ο οποίος γεννήθηκε το 1913 και από την ηλικία των 14 ετών μαζί με τον αδελφό του αφιερώθηκαν στο έργο του Χριστού.

Το 1934, ο πατήρ Φιλούμενος εντάχθηκε στην Αγιοταφική Αδελφότητα και για πολλά χρόνια εξυπηρετούσε και βοηθούσε τους προσκυνητές στον Άγιο Τόπο του φρέατος που άνοιξε ο Ιακώβ, στην αρχαία πόλη Σιχάρ της Σαμαρείας (σημερινή Νεάπολη). Αν και ζούσε αρμονικά με τους υπόλοιπους Άραβες, οι Εβραίοι της περιοχής δεν φαίνεται να μοιράζονταν τα ίδια αισθήματα συμπάθειας. Έτσι, όταν κατέκτησαν την περιοχή, ο πατήρ Φιλούμενος αποτέλεσε έναν από τους στόχους τους, τον οποίο προσπάθησαν να εκδιώξουν από την περιοχή με διάφορες απειλές.

Τον επισκέπτονταν συχνά και απαιτούσαν να βγάλει το Σταυρό και τις ει­κόνες από την εκκλησία, αφού το θεωρούσαν προσκύνημα της Ιουδαϊκής θρησκείας. Ο πατήρ Φιλούμενος όμως δεν ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει τον Άγιο Τόπο.

Στις 29.11.1979, φανατικοί δολοφόνοι, αφού τον βασάνισαν φρικτά, τον σκότωσαν με ένα τσεκούρι. Φεύγοντας, έριξαν χειροβομβίδα και κατέστρεψαν τον ιερό χώρο του προσκυνήματος. Το λείψανό του παραδόθηκε γυμνό μετά από έξι ημέρες στους εκπροσώπους του Πατριάρχη και η ταφή του έγινε στη Σιών.

Το προσκύνημα

Κάθε χρόνο ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι επίδοξοι Κύπριοι προσκυνητές που επιθυμούσαν να επισκεφθούν τους Άγιους Τόπους, ξεκινούσαν από τα χωριά τους με τα ζώα τους για να φθάσουν στην προκυμαία της Λάρνακας λίγο πριν το Πάσχα. Όσοι αποφάσιζαν πως θα επισκέπτονταν το Χατζάτο, όπως αποκαλούσαν από τα χρόνια της τουρκοκρατίας την Ιερουσαλήμ, προετοιμάζονταν ψυχικά, πνευματικά και σωματικά μέρες πριν.

Οι Κύπριοι Χατζήδες και Χατζήνες (Φωτογραφικό δελτάριο Θεόφιλου Τουφεξή, 1910) / Πηγή: Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

Πριν την αναχώρησή τους, μεταλάμβαναν τη Θεία Κοινωνία και οι καμπάνες των χωριών σήμαιναν. Οι προσκυνητές συνοδεύονταν από τους ιερείς του χωριού μαζί με τα εξαπτέρυγα, τη στολή και τον σταυρό. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν και κατά την επιστροφή του προσκυνητή. Η μετάβαση στους Άγιους Τόπους αποτελούσε ένα μεγάλο γεγονός και όσοι επέστρεφαν έφεραν τιμητικά τον τίτλο του Χατζή ή της Χατζήνας. Και ο τίτλος αυτός αποτελούσε ένα διαβατήριο ήθους και έναν τιμητικό τίτλο, τον οποίο σέβονταν οι υπόλοιποι κάτοικοι.

Η βάφτιση στον Ιορδάνη ποταμό και η μετατροπή σε «Χατζή» προσέφερε στο άτομο αίγλη και αναγνώριση. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό «χατζ» (“hajj”)που σημαίνει «στέκομαι μπροστά σε μια θεότητα σε ιερό μέρος» ή «ταξίδι σε ένα ιερό μέρος». Δύο λίρες ταξίδι και μία υπόσχεση Οι υποψήφιοι προσκυνητές, φτάνοντας στο λιμάνι, έπαιρναν ένα πλοίο το οποίο τους μετέφερε στη Βηρυτό, από εκεί ταξίδευαν στη Δαμασκό, όπου ξεφόρτωναν και φόρτωναν πάλι για Αμμάν. Πέρναγαν στην Ιεριχώ και τέλος έφταναν στα Ιεροσόλυμα. Το ταξίδι στοίχιζε δύο λίρες για τους προσκυνητές και μία λίρα για τους κληρικούς. Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες διευκρίνιζαν πως το ποσό κάλυπτε την πληρωμή του βαποριού, και τα αχθοφορικά, τα λεμβουχικά, τα σιδηροδρομικά από την Γιάφα μέχρι την Ιερουσαλήμ, το εισιτήριο για την επιστροφή και την υπόσχεση «ότι θα μείνωσι καθ’ ολα ευχαριστημένοι».

Έως και το 1967 βέβαια, απαγορευόταν η επίσκεψη στην Ιερουσαλήμ για αυτό οι Κύπριοι επιτρεπόταν να επισκεφθούν τους Άγιους Τόπους ίσα με το «Φρέαρ του Ιακώβ» και τη Βηθλεέμ.

Η βάφτιση στον Ιορδάνη Ποταμό

Καίριο μέλημα των προσκυνητών ήταν η βάφτιση στον Ιορδάνη Ποταμό. Η βάφτιση μπορούσε να γίνει είτε ομαδικά είτε ατομικά, όπου ο ιερέας διαβάζοντας ευχές ράντιζε τρεις φορές με νερό τους χατζήδες. Αν όμως δεν έριχνε το νερό ο ιερέας, το έριχνε ένα τρίτο άτομο, η νονά.

Οι χατζήδες, έπρεπε να φορούν μία άσπρη πουκαμίσα, της οποίας το χρώμα συμβόλιζε το φως και τον εξαγνισμό. Μάλιστα, μαζί με την άσπρη πουκαμίσα βαφτίζονταν και τρεις κουρούκλες, ένα ζεύγος κάλτσες, ένα σεντόνι και τα εσώρουχα του προσκυνητή, τα οποία όταν έφευγε από τη ζωή τα χρησιμοποιούσαν ως σάβανο οι δικοί του.

Με την επιστροφή τους οι Χατζήδες και οι Χατζήνες, για να θεωρούνται αντάξιοι του τίτλου τους, έπρεπε να ολοκληρώσουν το προσκύνημά τους στην Κύπρο στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου και στο μοναστήρι του Κύκκου. Μαζί τους έφεραν και ένα ενθύμιο από τα Ιεροσόλυμα, τα «αϊταφίτικα» που ήταν μικροί σιντεφένιοι σταυροί, κομπολόγια και ένα είδος άσπρα σαπούνια πλουμιστά με την βούλα του Αγίου Τάφου, που τα έλεγαν «μουσκοσάπουνα».

Τα αντικείμενα αυτά μπορούσαν να προσδώσουν τόση αίγλη στον Χατζή, που του εξασφάλιζαν μια θέση εκκλησιαστικού επιτρόπου στην ενορία τους. Αντιστοίχως, οι γυναίκες Χατζήνες, μετατρέπονταν στα πιο σεβαστά πρόσωπα της ενορίας, από τις οποίες οι υπόλοιπες γυναίκες ζητούσαν συμβουλές για σοβαρά ζητήματα και όταν της συναντούσαν στην εκκλησία, σηκώνονταν για να προσφέρουν τον σκάμνο τους.

*Η φωτογραφία είναι εξωφύλλου, από Χατζήδες Κρητικούς τη δεκαετία του ΄60