Το βράδυ της 28ης Ιουλίου 1954, ο Σταύρος Χριστοφή από το Ριζοκάρπασο, μόνιμος κάτοικος Λονδίνου, αποχαιρέτησε τη σύζυγό του Hella και τη μητέρα του Στυλιανή και ξεκίνησε για τη δουλειά του. Το βράδυ ήταν συνηθισμένο σαν όλα τα άλλα. Μόνο που η μητέρα του Σταύρου, είχε τα δικά της μυστικά σχέδια. Εκείνο το βράδυ ήταν το βράδυ που θα δολοφονούσε με αποτρόπαιο τρόπο τη νύφη της. Ωστόσο, αυτή δεν η πρώτη δολοφονία που θα εκτελούσε η θανάσιμη πεθερά.

Η Στυλλού από το Ριζοκάρπασο

Γεννημένη γύρω στο 1900 ή 1901 στο Ριζοκάρπασο, η Στυλιανή ή Στυλλού όπως ήταν γνωστή, ήταν ένας άνθρωπος δύσκολος. Μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον όπου η βία ήταν ο μόνος τρόπος επίλυσης προβλημάτων, ανέπτυξε την άποψη πως αυτός ήταν και ο μόνος επιβεβλημένος τρόπος για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων. Όσοι τη γνώριζαν, μίλαγαν για έναν άνθρωπο πεισματικά μανιακό, που θεωρούσε πως κατείχε την αλήθεια για τα πάντα και πως όλα έπρεπε να πραγματοποιούνται βάσει της δικής της άποψης. Είχε εμμονές με διάφορα πράγματα ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που υποψιαζόταν πως άλλοι συνωμοτούσαν εναντίον της.

Πρώτο θύμα: η πεθερά

Η Στυλλού παντρεύτηκε τον συντοπίτη της Χριστοφή και μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Σταύρο. Όλοι μαζί έμεναν στο ίδιο σπίτι με τη μητέρα του Χριστοφή. Όμως για τη Στυλλού, το να υπάρχει δεύτερη γυναίκα στο σπίτι που προσπαθούσε να κάνει κουμάντο στο νοικοκυριό της ήταν ανεπίτρεπτο. Έτσι, οι συγκρούσεις δεν άργησαν να έρθουν.

Ένα βράδυ του 1925, η Στυλλού που εύκολα έχανε τα λογικά της, θόλωσε. Αποφασισμένη πως ήταν η μόνη νοικοκυρά που είχε λόγο για το σπίτι της, αποφάσισε να βγάλει την πεθερά της απ’ τη μέση, μια και καλή. Μετά από έναν έντονο καυγά η Στυλλού άρπαξε ένα αναμμένο δαυλί και το έχωσε στο στόμα της πεθεράς της, την οποία κρατούσαν δύο συγχωριανές της. Οι τρεις γυναίκες δέθηκαν με όρκο σιωπής και η αλληλοκάλυψή τους οδήγησε στην αθώωση της Στυλλούς.

Από το Ριζοκάρπασο στο Λονδίνο

Το βαρύ έγκλημα αν και έμεινε ατιμώρητο δηλητηρίασε τις σχέσεις με το σύζυγό της, ο οποίος την εγκατέλειψε κι έτσι έμεινε μόνη να μεγαλώνει το παιδί της, στο δύσκολο και φτωχό περιβάλλον του χωριού.

Το 1941, ο Σταύρος αποφασίζει να φύγει από το χωριό νιώθοντας μέσα του την ανάγκη να βρει μια καλύτερη δουλειά αλλά και να ξεφύγει από τον καταπιεστικό έλεγχο της μητέρας του. Στη Λευκωσία όμως οι συνθήκες δεν είναι οι καλύτερες κι έτσι γρήγορα παίρνει την απόφαση να μεταναστεύσει στο Λονδίνο, όπου βρίσκει δουλειά σε ένα από τα πιο γνωστά καφέ της περιοχής το Café de Paris.

Η Στυλλού μένει μόνη της στο χωριό

Στο Λονδίνο ο Σταύρος γνωρίζει τη Hella την οποία παντρεύεται και ζει μαζί της ευτυχισμένος. Τη Στυλλού, όχι μόνο δεν την κάλεσε στον γάμο του, αλλά αποφάσισε να την ενημερώσει κατόπιν εορτής με ένα γράμμα. Κάτι που δεν άρεσε καθόλου στη διαταραγμένη μητέρα του.

Δώδεκα χρόνια μετά, ο Σταύρος με την τετραμελή οικογένειά του, μετακομίζει στο Hampstead Heath όταν δέχεται επιστολή από τη μητέρα του η οποία επιθυμεί να τους επισκεφθεί. Αν και δεν χαίρεται ιδιαίτερα με αυτήν την εξέλιξη, του είναι αδύνατον να αρνηθεί. Όταν το 1953 έφτασε, άφησε το ζευγάρι προ εκπλήξεως με την τελική της απόφαση να παραμείνει στην Αγγλία για να βρει δουλειά και να επιστρέψει μετά από καιρό στην Κύπρο για να αγοράσει σπίτι.

Ο Σταύρος με τη σύζυγό του Hella

Οι πρώτες μέρες κύλησαν ευχάριστα μέσα στον ενθουσιασμό. Η Στυλλού αρκετά χαρούμενη που επανασυνδέθηκε με τον γιο της και γνώρισε τα εγγόνια της, συμπεριφερόταν φυσιολογικά. Δεν άργησε όμως να αρχίσει να βλέπει φαντάσματα και συνωμοσίες παντού και τα πρώτα προβλήματα έκαναν την εμφάνισή τους. Προκαλούσε συχνά καυγάδες με τη νύφη της την οποία κατηγορούσε για τα πάντα: για το ότι το σπίτι ήταν μακριά από τη συνοικία των Ελληνοκυπρίων, για το ότι τα παιδιά δεν μιλούσαν καλά ελληνικά, για την ισότιμη σχέση με τον άντρα της. Και, κυρίως, για το ότι εκείνη ήταν η νοικοκυρά στο σπίτι και ο δικός της λόγος ήταν αυτός που περνούσε.

Το δεύτερο θύμα: η νύφη

Τα προβλήματα έγιναν καθημερινά ενώ η Στυλλού άρχισε να μπλέκεται στα πόδια του ζευγαριού. Είχε λόγο για την ανατροφή των παιδιών, για το πώς έπρεπε να διακοσμείται το σπίτι ακόμη και για το τι θα περιλάμβανε το καθημερινό τραπέζι. Ένα βράδυ που ο Σταύρος ανακοίνωσε στη μητέρα του πως δεν είχαν σκοπό να επιστρέψουν στην Κύπρο η Στυλλού έγινε έξαλλη και προφανώς κατηγόρησε τη Hella για αυτή τους την απόφαση.

Το ποτήρι όμως ξεχείλισε για τη διαταραγμένη μητέρα όταν ένα βράδυ κρυφάκουσε το ζευγάρι να συζητά έντονα. Η Hella ανακοίνωσε στον Σταύρο πως θα έπαιρνε τα παιδιά εκδρομή στη Γερμανία εννοώντας πως όταν επιστρέψει η μητέρα του Σταύρου έπρεπε να λείπει. Κι έτσι το θανάσιμο σχέδιο της Στυλλούς μπήκε σε εφαρμογή.

Στις 28 Ιουλίου 1954 ο Σταύρος ξεκίνησε για τη δουλειά. Η Στυλλού έβαλε τα τρία της εγγόνια για ύπνο και αφού τα καληνύχτισε, ψύχραιμη κίνησε να εκτελέσει το φρικτό σχέδιό της.

Κατευθύνθηκε προς το σαλόνι που υπήρχε η ξυλόσομπα, άρπαξε από εκεί τον μαντεμένιο δίσκο που μάζευε τις στάχτες και αιφνιδιάζοντας τη νύφη της που έκανε μπάνιο, τη χτύπησε.

Έσυρε το αναίσθητο σώμα της κοπέλας μέχρι την κουζίνα και εκεί με μανία τη στραγγάλισε με ένα μαντήλι. Η Στυλλού βρισκόταν σε τέτοια

Ο γείτονας John Young

παρανοϊκή κατάσταση που με το μαντήλι έγδαρε το λαιμό της κοπέλας και αυτό εγκλωβίστηκε μέσα στην πληγή.

Ατάραχη έβγαλε το πτώμα στην αυλή και εκεί το έλουσε με παραφίνη για να το κάψει. Η μόνη της έγνοια ήταν να εξαφανίσει οποιοδήποτε στοιχείο θα την ενοχοποιούσε. Γύρω στις 23:45 όμως ο γείτονας του ζευγαριού John Young είδε τις φλόγες και βγήκε στον φράχτη να δει τι συμβαίνει. Βλέποντας τη Στυλλού ατάραχη να καίει το πτώμα, υπέθεσε πως απλά έκαιγε σκουπίδια μεταξύ των οποίων και μια κούκλα βιτρίνας. Καθησυχασμένος επέστρεψε στο κρεβάτι του.

Το σχέδιο της Στυλλούς όμως δεν τελείωνε εκεί, αφού έπρεπε από θύτης να γίνει θύμα. Έτσι γύρω στη μία το πρωί, έπεσε στις ρόδες του αυτοκινήτου των Burnstoff παραληρώντας σε σπαστά αγγλικά κάτι για φωτιά και παιδιά που κοιμούνταν. Το ζευγάρι την καθησύχασε και την οδήγησε στο σπίτι. Ο κ. Burnstoff τότε αντίκρισε το νεκρό σώμα στις στάχτες που δεν είχε καεί εντελώς. Έντρομος, κάλεσε την αστυνομία. Εκείνη την ώρα επέστρεφε και ο Σταύρος από τη βάρδια του.

Συνεχίζοντας το θέατρο της, όταν έφτασε το περιπολικό προσπάθησε να πείσει τους αστυνόμους πως δεν είχε ιδέα πως βρέθηκε το πτώμα στη φωτιά, ούτε πως και ποιος έβαλε φωτιά στο σπίτι. Προφανώς όμως δεν έπεισε κανέναν και συνελήφθη.

«Μπορεί να είμαι φτωχή και αγράμματη, αλλά τρελή δεν είμαι. Ποτέ, ποτέ, ποτέ!»

φώναζε στο δικαστήριο η Στυλιανή όταν ο γιος και ο δικηγόρος της προσπαθούσαν να την πείσουν να δεχτεί τη δήλωση παραφροσύνης για να γλυτώσει τη ζωή της. Ήταν όμως ανένδοτη.

Τα συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία που βρήκαν οι αρχές ενοχποίησαν τη Στυλιανή. Ήταν η προτελευταία γυναίκα και μοναδική Κύπρια που κρίθηκε ένοχη και η ποινή της ήταν εκτέλεση διά απαγχονισμού.

Η εκτέλεση

Στις 15 Δεκεμβρίου 1954 οι υπεύθυνοι της εκτέλεσης ρώτησαν τη Στυλλού αν είχε κάποια τελευταία επιθυμία. Ο συγγραφέας και ερευνητής Στέφανος Ευαγγελίδης περιγράφει τις τελευταίες ώρες της Στυλλούς:

«Όταν ο δήμιος μπήκε στο κελί η Στυλλού καθότανε με γυρισμένη την πλάτη προς την πόρτα και μιλούσε με τον ιερέα που της συμπαραστεκόταν τις τελευταίες της στιγμές. Ο Pierrepoint την ακούμπησε απαλά στον ώμο. Κατάλαβε. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της. Ο Pierrepoint της έδεσε τα χέρια πίσω από την πλάτη. Οι φύλακες έσπρωξαν την ντουλάπα και άνοιξαν την πόρτα που οδηγούσε στην αγχόνη. Ο Pierrepoint έκανε νόημα στη Στυλλού να τον ακολουθήσει. Υποβασταζόμενη, περπάτησε τα λίγα βήματα που τη χώριζαν από την αγχόνη. Οι φύλακες την τοποθέτησαν στην καταπακτή, στο σημείο που είχε υποδείξει ο Pierrepoint. Αμέσως ο Allen έσκυψε και έδεσε τα πόδια της. Το μόνο που ακουγόταν, ήταν οι λυγμοί της. Ο Pierrepoint έσφιξε το σχοινί γύρω από τον λαιμό της, με τον βρόχο να βρίσκεται στα αριστερά, περίπου διόμισυ εκατοστά κάτω από τη σιαγόνα, της φόρεσε την άσπρη κουκούλα και άνοιξε αμέσως την καταπακτή. Ο θάνατός της ήταν ακαριαίος».

Ο τάφος στον οποίο θάφτηκε με άλλες τρεις γυναίκες η Στυλιανή

Η Στυλλού στη Βουλή

Η περίπτωση της Στυλιανής Χριστοφή απασχόλησε τη Βουλή της Αγγλίας. Δέκα βουλευτές αγωνίστηκαν για να σώσουν τη ζωή της, ζητώντας απονομή χάριτος από τη Βασίλισσα, καθώς το κόμμα τους ήταν ενάντια στη θανατική ποινή ενώ αυτή ήταν η τέλεια ευκαιρία τους για αντιπολίτευση.

Ωστόσο, η χάρη δεν δόθηκε και η Στυλιανή οδηγήθηκε στο ικρίωμα.

Στην εκτέλεσή της δεν παρευρέθηκε κανείς, ούτε καν ο γιος της

Η Στυλιανή Παντοπίου-Χριστοφή θάφτηκε σε έναν αμακάριστο τάφο μέσα στις φυλακές Holloway. Το 1971 έγιναν εκτεταμένες εκσκαφές στον χώρο. Τα κόκκαλα τεσσάρων γυναικών, μεταξύ των οποίων και της Στυλλούς, θάφτηκαν εκ νέου σε έναν επίσης αμακάριστο τάφο στο Brookwood μέχρι το 1993  οπότε και τοποθετήθηκε μια γρανιτένια πλάκα με τα ονόματα των τεσσάρων γυναικών που ήσαν θαμμένες εκεί.