Η ασημαντότητα είναι η ουσία της ύπαρξης. Είναι μαζί μας παντού και πάντοτε. Είναι παρούσα ακόμα και εκεί που κανένας δεν θέλει να τη δει: στις φρικαλεότητες, στις αιματηρές μάχες, στις μεγαλύτερες δυστυχίες. Συχνά χρειάζεται θάρρος να την αναγνωρίσουμε μέσα σε τόσο δραματικές συνθήκες και να την πούμε με τ’ όνομά της. Αλλά το θέμα δεν είναι να την αναγνωρίσουμε, πρέπει να την αγαπήσουμε την ασημαντότητα, πρέπει να μάθουμε να την αγαπάμε.

Όσοι έχουν παρακολουθήσει το «Εντιμότατοι φίλοι μου» του Μάριο Μοντιτσέλι, θα θυμούνται με ευχαρίστηση τους τέσσερις πρωταγωνιστές: Ο Νέκι, ο Περότσι, ο Μελάντρι και ο Μασέτ αποτελούν μια αντροπαρέα –από τα παιδικά τους χρόνια– που σκαρώνει διαρκώς φάρσες σε αγνώστους, μα και μεταξύ τους, καταλήγοντας στο νοσοκομείο, κάτω από την επίβλεψη του αυστηρού καθηγητή Σασαρόλι. Τίποτα δεν τους πτοεί –ούτε καν μια κηδεία– από το να διακωμωδούν τη ζωή, ξορκίζοντας ίσως με αυτόν τον τρόπο τα γηρατειά που χτυπάνε την πόρτα και τα στερεότυπα της σοβαροφάνειας που θα έπρεπε να συνοδεύουν την τρίτη ηλικία.

Αν και είμαστε αρκετά εξοικειωμένοι με το μοτίβο μιας αντροπαρέας που αρνείται να μεγαλώσει και να δεχτεί τις νόρμες της ενηλικίωσης –«Πενήντα-πενήντα», «Hangover», «Ανεμώλια»–, για τα δεδομένα της δεκαετίας του ’70 ο Μοντιτσέλι σίγουρα προκάλεσε, εξισορροπώντας το τραγικό με το κωμικό, το σουρεαλιστικό με το πραγματικό, τον πόνο του ανθρώπινου δράματος με την ασημαντότητα της στιγμής.

Ακριβώς πάνω σε αυτήν την ασημαντότητα στηρίζει το τελευταίο του μυθιστόρημα ο Μίλαν Κούντερα, δεκατρία ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία του δουλειά. Στο νέο του βιβλίο γιορτάζει, υμνεί και διασκεδάζει με την ασημαντότητα των ανθρώπων, των πράξεων, των σκέψεων και των περιστάσεων που κατακλύζουν τη ζωή όλων μας σε καθημερινό επίπεδο. Τέσσερις φίλοι –ο Ραμόν, ο Αλαίν, ο Σαρλ και ο Κάλιμπαν, υπό το σαρδόνιο χαμόγελο του Ντ’ Αρντελό–, βυθισμένοι στις σκέψεις τους και τους προβληματισμούς τους, συζητούν για την πολιτική, τον έρωτα, την τέχνη, την εγκατάλειψη, χωρίς ουσιαστικά να αποδίδουν στα θέματά τους την παραμικρή ένταση, σοβαροφάνεια ή επιτηδευμένη διανόηση. Δεν προσπαθούν να καταλήξουν σε βαθείς στοχασμούς ούτε να αποφανθούν για τη ρίζα ή το νόημα των θεμάτων τους. Για την ακρίβεια, δεν ενδιαφέρονται καν να εντυπωσιάσουν. Μοναδικός τους στόχος: η εύρεση του κεφιού. Στη «μετά πλάκα» εποχή, που έχει χαθεί κάθε αίσθηση του χιούμορ και που εγκαινίασε ο Χρουστσόφ, όλοι οι χαρακτήρες ψάχνουν την ευδιαθεσία μέσα από ανούσια ψέματα, πικρόχολα σχόλια, ιδιότυπες ανύπαρκτες γλώσσες. Η ιστορία που αφηγείται ο Σαρλ στον Κάλιμπαν, για τις είκοσι τέσσερις πέρδικες του Στάλιν, αποδεικνύουν αυτό ακριβώς: πως έχει χαθεί το χιούμορ, καθώς οι σύντροφοι του πατερούλη, αντιλαμβανόμενοι πως πρόκειται για μια παραβολή που βρίθει ψεμάτων, διστάζουν να αμφισβητήσουν, να γελάσουν, να κοροϊδέψουν τη δίχως άλλο υπερβολική και φαντασιόπληκτη ιστορία του ηγέτη τους. Αντιθέτως, ο Στάλιν διασκεδάζει ακόμη περισσότερο με τον φόβο και την υπακοή τους. Πείθεται ακόμη περισσότερο πως έχει να κάνει με ανθρωπάκια που κατά βάθος τον μισούν και ταυτόχρονα τον θαυμάζουν. Αυτή η συμπεριφορά τού προκαλεί περισσότερη ευχαρίστηση. Οι ίδιοι οι σύντροφοί του αδημονούν να επαναστατήσουν στις τουαλέτες –μακριά από την παρουσία του ηγέτη τους–, να τον αμφισβητήσουν, να εκνευριστούν, να τον κατηγορήσουν. Αυτή η ασήμαντη επανάστασή τους γοητεύει τον Σαρλ. Μέσα από αυτή γεννιέται η «Μετά πλάκα εποχή».

Το μυθιστόρημα του Κούντερα είναι γεμάτο από τέτοιες μικρές ασήμαντες στιγμές: μια ασήμαντη ερωτική σχέση, μια άνευ λόγου και αιτίας δημιουργία γλώσσας, ένα ασήμαντο και σαδιστικό ψέμα. Οι χαρακτήρες του χαζεύουν, αερολογούν, στοχάζονται, αναρωτιούνται, χάνονται στις σκέψεις τους κι όμως επανέρχονται ξανά, σχεδόν απότομα, για να συζητήσουν πάλι κάτι φαινομενικά ασήμαντο.

Ο Γαλλοτσέχος συγγραφέας χρησιμοποιεί τον ίδιο κυνισμό που χρησιμοποιεί κι ο Ιταλός σκηνοθέτης. Εξυμνώντας την ασημαντότητα, αποδεικνύουν πως δεν πρόκειται ούτε για συμβιβασμό ούτε για εξευτελισμό του είναι. Αντιθέτως, παρουσιάζουν την ύπαρξή της ως αναγκαία, ως μία μορφή παθητικής αντίστασης, ως την ουσία της ύπαρξης. Η ιστορία με τις είκοσι τέσσερις πέρδικες και τον Στάλιν αποδεικνύει ακριβώς αυτό, πως και ο μεγάλος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης αναζητούσε την ασημαντότητα μέσα από μία ουσιαστικά ντροπιαστικά ψεύτικη ιστορία, έναν αυτοσαρκασμό.

Ο Κούντερα καταφέρνει να αποκαταστήσει τη χαμένη γοητεία, καθώς και την απαραίτητη ύπαρξη της ασημαντότητας στην καθημερινότητά μας. Την απενοχοποιεί και της προσδίδει το βάρος που της αξίζει. Αυτή ευθύνεται για το κέφι, τη χαρά, τις μη κατευθυνόμενες σκέψεις. Αυτή μετατρέπει το φλερτ σε τέχνη και την ενοχή σε πάλη. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται για το αν θα κακοχαρακτηριστεί. Δεν παλεύει να γράψει ένα δοκίμιο φιλοσοφικό ούτε να αποδείξει το εύρος των λογοτεχνικών του ικανοτήτων. Τουναντίον: γράφει σε ύφος απλό, λόγο λιτό, χωρίς καμία προσπάθεια να κερδίσει εντυπώσεις. Και αυτή η απλότητά του είναι που μας κερδίζει. Γιατί ουσιαστικά όλοι αναζητούμε την απλότητα στην καθημερινότητα και όλοι κατά βάθος κάποια στιγμή παραδεχτήκαμε πως ζηλέψαμε ασήμαντες στιγμές.

Ιλιάνα Κουλαφέτη

Στο πέμπτο ράφι αριστερά – Ένωσις Μαρτίου