Το βράδυ της Παρασκευής, 27 Ιουλίου 1973, ο δικηγόρος και Υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Μακαρίου, Χρήστος Βάκης, ετοιμαζόταν να πάει σπίτι του. Ήταν τότε εκείνη τη στιγμή, που άντρες της ΕΟΚΑ Β’ και με διαταγή του Γρίβα, απήγαγαν τον Υπουργό. Ήταν μία από τις τρεις απαγωγές που διέπραξε η ΕΟΚΑ Β’, θέλοντας να καταγγείλει τα βασανιστήρια που βίωναν κρατούμενοί τους στις φυλακές.

Την 1η Αυγούστου ο στρατηγός Γρίβας ανέλαβε την ευθύνη της απαγωγής, γράφοντας

«Ηναγκάσθην, να καταφύγω εις το μέσον τούτο διά να δώσω να εννοήσετε ότι είμαι αποφασισμένος να προχωρήσω οπωσδήποτε και να επιζητήσω την επίτευξιν των κατωτέρω λογικών αιτημάτων, καρπόν αιματηρών αγώνων λαών διά να ζήσουν εν ελευθερία, ισότητι κι δικαιοσύνη καθώς και τον σεβασμόν προς τους ιερούς κανόνας της εκκλησίας».

Θέτοντας τους όρους της διαπραγμάτευσης, ο Γρίβας ζήτησε τα εξής: διεξαγωγή γνησίων εκλογών προς ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατίας, νοουμένου ότι ο σημερινός Πρόεδρος θα εκλέξει μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτικής. Επίσης ζητούσε να αμνηστευθούν οι πολιτικοί κατάδικοι και κρατούμενοι και να επιστρέψουν στις θέσεις τους οι παυθέντες αστυνομικοί και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι.

Ο Υπουργός Χρίστος Βάκης, παίρνει τα πρώτα του φιλιά μετά την απελευθέρωσή του από τους γιους του Γιαννάκη και Δημήτρη

Ωστόσο, ο Πρόεδρος Μακάριος μη υποκύπτοντας στις πιέσεις του Γρίβα, αποκάλεσε την απαγωγή του Χρίστου Βάκη “μελανό στίγμα ατιμίας”. Στη δήλωση του ο Μακάριος ανέφερε και τα ακόλουθα:

«Υπάρχουν εις την ιστορίαν παραδείγματα στρατιωτικών ανδρών, οίτινες δι’ ορισμένων πράξεων των απεδείχθησαν ανάξιοι της στρατιωτικής τιμής και της αποστολής των. Δεν υπάρχει όμως προηγούμενον, εις την ελληνικήν ιστορίαν, κατά το οποίον στρατιωτικός οιουδήποτε βαθμού κατέφυγεν εις την μέθοδον της απαγωγής και ομηρείας πολιτικών ανδρών δια την εξυπηρέτησιν οιουδήποτε σκοπού. Μελανόν στίγμα ατιμίας θα παραμένη η τοιαύτη πράξις του στρατηγού Γρίβα εις τας σελίδας της ελληνικής ιστορίας».

Ένα μήνα μετά, η ΕΟΚΑ Β’ άφησε ελεύθερο τον Χρίστο Βάκη, ο οποίος δήλωσε πως «κρατείτο σε πολύ καλές συνθήκες και ουδέποτε είδε τον Γρίβα».