Στις 3 Ιουλίου 1570, οι Οθωμανοί Τούρκοι που είχαν ήδη προειδοποιήσει τη Βενετία πως ήθελαν να κατακτήσουν την Κύπρο, αποβιβάσθηκαν ανενόχλητοι στη Λάρνακα. Χωρίς να συναντήσουν σημαντική αντίσταση και αφού σφάγιασαν τον πληθυσμό, κινήθηκαν προς τη Λευκωσία, η οποία μετά από σθεναρή αντίσταση έπεσε στις 9 Σεπτεμβρίου.

Οι Οθωμανοί, αφού λεηλάτησαν τις κυπριακές πόλεις και έσφαξαν μεγάλα τμήματα του κυπριακού πληθυσμού, έστησαν στο λιμάνι της Αμμοχώστου ένα μεγάλο σκλαβοπάζαρο στο οποίο μάζευαν όλους όσους προόριζαν για δούλους. Μεταξύ τους ήταν και η Μαρία Συγκλητική, μια άγνωστη Κύπρια αριστοκρατικής μάλλον καταγωγής που δεν ανεχόταν την ιδέα πως θα κατέληγε σκλάβα στο χαρέμι κάποιου. Για αυτό και αποφάσισε να αλλάξει τη δική της μοίρα όπως και των υπόλοιπων αιχμαλώτων, μόλις ανακάλυψε την πυριτιδαποθήκη του πλοίου που θα τη μετέφερε.

Μεταξύ θρύλου και ιστορίας

Εκείνη τη μέρα, στις 6 Οκτωβρίου 1570, και ενώ οι Οθωμανοί ήταν έτοιμοι να πλεύσουν για την Τουρκία, πουλώντας εκεί όσους σκλάβους είχαν μαζέψει, η Μαρία είχε ήδη άλλα σχέδια. Ανακάλυψε δάδες στις αποθήκες του πλοίου και με πλήρης αυταπάρνηση, έθεσε φωτιά στα πυρομαχικά του πλοίου, προκαλώντας έτσι μία τεράστια έκρηξη.

Η 16χρονη αρχοντοπούλα τα είχε καταφέρει. Πέθανε με τον τρόπο που η ίδια ήθελε, παίρνοντας μαζί της όλους όσοι θα πωλούνταν ως σκλάβοι αλλά και τους Οθωμανούς εισβολείς. Λέγεται, πως από την έκρηξη πρόλαβαν να ζήσουν μόλις τέσσερα άτομα.

Αν και η πράξη της αναφέρεται σε διάφορες πηγές, το όνομα της αιχμάλωτης Μαρίας συναντάται διαφορετικά από κείμενο σε κείμενο. Έτσι, έμεινε γνωστή ως Μαρία Συγκλητική, Αρνάλδα Ρουχιά, Ρενάλδα, Βελεσάνδρα.

Ωστόσο, όποιο κι αν ήταν το πραγματικό όνομα της νεαρής κοπέλας, σημασία έχει η αυτοθυσία της και η περήφανη πράξη της να διαλέξει η ίδια τον θάνατό της και όχι οι εισβολείς Τούρκοι.