Στις 30 Ιουλίου 1957, ο Θεόδωρος Ζήνωνος, αγωνιστής της ΕΟΚΑ, επιτέθηκε σε δύο βρετανικά αυτοκίνητα μαζί με την πολιτοφυλακή του χωριού του. Κάποια στιγμή ένας Βρετανός στρατιώτης άνοιξε πυρ εναντίον μίας γυναίκας κι ενός αγοριού, τραυματίζοντάς τους σοβαρά. Η κίνησή τους ήταν ο λόγος που ο Θεόδωρος εκείνη τη μέρα κράτησε στα χέρια του για τελευταία φορά μία βόμβα.

Γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1937 στη Χολέτρια. Οι γονείς του Ζήνων Χριστοφή και Χρυστάλλα Δημητρίου Ζήνωνος ασχολούνταν με τη γεωργία, όπως έκανε και ο ίδιος μετά την αποφοίτησή του από δημοτικό σχολείο. Ο Θεόδωρος ήταν ένα από τα στελέχη της Παναγροτικής Ένωσης Κύπρου, ΠΕΚ.

Ο Θεόδωρος, ένθερμος υποστηρικτής της Ένωσης –όπως σχεδόν σύσσωμος ο κυπριακός λαός- σε ηλικία 19 ετών ήταν ο εμψυχωτής της νεολαίας και ο κήρυκας της ελληνικής ιδέας στο χωριό του, πρωτοστατώντας σε κάθε πατριωτική εξόρμηση. Αλλά και ως αντάρτης στα βουνά, αφού συνδεόταν ως τροφοδότης των αντάρτικων ομάδων τις οποίες συνόδευε σε πολλές δράσεις τους.

Ο πατέρας του Ζήνωνας, ήταν ο κοινοτάρχης του χωριού. Μόλις έμαθε για την αγωνιστική δράση του γιου του, ζήτησε να ενταχθεί ολόκληρη η οικογένεια στον αγώνα. Έτσι, το σπίτι του Ζηνωνή και της Χρυσατάλλας έγινε από τότε το καταφύγιο των ανταρτών, όπου οι καταζητούμενοι των γύρω βουνών έβρισκαν οικογενειακή θαλπωρή στο πρόσωπο της μάνας του Θεόδωρου, την οποία με δική της υπόδειξη αποκαλούσαν όλοι «μάνα».

«Το σπίτι μου είναι σπίτι σας, και εγώ μάνα δική σας»

Τους έλεγε η Χρυστάλλα κάθε φορά που ανιδιοτελώς τους υποδεχόταν στο σπίτι της.

Το πρωί της 30ης Ιουλίου 1958, πριν καν χαράξει το φως της μέρας, δύο βρετανικά αυτοκίνητα έφτασαν στο χωριό με σβησμένα τα φώτα. Η πολιτοφυλακή του χωριού τα αντιλήφθηκε και αμέσως δόθηκε το σήμα της επίθεσης. Οι χωριανοί επιτέθηκαν με ξύλα και πέτρες. Οι βρετανοί στρατιώτες όμως, που δεν έκαναν διακρίσεις, άνοιξαν πυρ τραυματίζοντας μία γυναίκα κι ένα αγόρι.

Τότε ο Θεόδωρος αποφάσισε να «απαντήσει» στα πυρά των Βρετανών με μία χειροβομβίδα.

Ωστόσο, δεν πρόλαβε. Η χειροβομβίδα εξερράγη στα χέρια του κι ο Θεόδωρος πέθανε ακαριαία. Η κηδεία του αποτέλεσε εθνικό εγερτήριο για τις γύρω κοινότητες.