Στις 9 Οκτωβρίου 1957, ένας άντρας –Κύπριος στην καταγωγή– μπήκε στον αστυνομικό σταθμό Κακοπετριάς και αφού πλησίασε με τα χέρια στο κεφάλι τον Άγγλο φρουρό ζήτησε να δει τον υπεύθυνο αξιωματικό, τον λοχαγό Στάτταρτ. Ήταν ο Μιχαήλ Ασσιώτης από την Άσσια, ο οποίος δήλωσε πως θέλει να παραδοθεί και προθυμοποιήθηκε να δείξει στους Βρετανούς το κρησφύγετό του, όπου, όπως δήλωσε, δύο από τους «συντρόφους» του αλληλοπυροβολήθηκαν ενώ εκείνος ήταν φρουρός λίγα μέτρα πιο κάτω.

Οι Βρετανοί οδηγήθηκαν από τον Ασσιώτη στην τοποθεσία «Άμμος» 4 μίλια μακριά από τη Γαλάτα, όπου βρισκόταν το κρησφύγετο. Στην είσοδό του βρισκόταν το πτώμα του Χρύσανθου Μυλωνά, διάτρητο από σφαίρες και μια «βούρκα» με τρόφιμα. Λίγο πιο ‘κει βρήκαν το πτώμα του Ευαγόρα Παπαχριστοφόρου, ο οποίος σύμφωνα με την ιατρική εξέταση κοιμόταν όταν δολοφονήθηκε και ήταν ήδη νεκρός δυο μέρες.

Και οι δύο τους ήταν αγωνιστές της ΕΟΚΑ.

Χρύσανθος Μυλωνάς

Ο Χρύσανθος Μυλωνάς ήταν το τρίτο παιδί του Μιλτιάδη και της Ελένης Μυλωνά. Γεννήθηκε στη Γαλάτα στις 26 Φεβρουαρίου 1939 και ήταν ένα από τα εφτά παιδιά της οικογένειας Μυλωνά. Έχοντας αποφοιτήσει από το δημοτικό της περιοχής γράφτηκε στο Γυμνάσιο Σολέας, όπου διακρινόταν για το ήθος και τις σχολικές του επιδόσεις, παρόλα αυτά τα δύο τελευταία χρόνια φοίτησής του, κάτι φαινόταν να τον απασχολεί περισσότερο από τα βιβλία και τα μαθήματά του.

«Κάποιος θα με συστήσει πατέρα»

Στην Πέμπτη τάξη του Γυμνασίου, κι έχοντας ήδη αφήσει τα υπόλοιπα μαθήματα, πέρα των μαθηματικών, ο Χρύσανθος ανακοίνωσε στον πατέρα του πως δεν υπάρχει λόγος να τελειώσει το σχολείο αφού είχε αποφασίσει να φοιτήσει στη σχολή Ευελπίδων. Ο πατέρας του τότε, Μιλτιάδης, τον αποπήρε λέγοντάς του πως «στη σχολή Ευελπίδων, μόνο οι άριστοι γίνονται αποδεκτοί» για να λάβει την απάντηση από τον γιο του «κάποιος θα με συστήσει να μπω στη σχολή, πατέρα».

Μυήθηκε στην ΕΟΚΑ το 1955, από τον αδελφό του Κυριάκο και είχε ενεργό συμμετοχή στη στρατολόγηση μαθητών του Γυμνασίου Σολέας. Ήταν πολύ δραστήριος και ανέπτυσσε πρωτοβουλία, διαθέτοντας όλο του το χρόνο στην εκτέλεση διαφόρων αποστολών. Μεταξύ των ευθυνών που είχε ήταν η διανομή φυλλαδίων, η αναγραφή συνθημάτων και η παρακολούθηση των κινήσεων πρακτόρων των Άγγλων.

Οι συγχωριανοί του είχαν πάντα να μιλάνε για ένα «σεμνό και ταπεινό παιδί, που μισούσε τους καυγάδες και τις διασκεδάσεις», ενώ η μητέρα του τόνιζε τον σκληραγωγικό τρόπο ζωής που ακολουθούσε ο γιος της. «Τα τελευταία δυο χρόνια η ζωή του άλλαξε ριζικά. Με υποχρέωνε να του ετοιμάζω ψωμί από “χοντρό άσειστο ψωμί” κι αν καμιά φορά τύχαινε να λείψει έτρωγε μόνο φρούτα μέχρι να του ετοιμάσω αυτό που ήθελε. Μάλιστα, ντυνόταν πολύ απλά, με ένα χακί παντελόνι κι ένα πουκάμισο με μανικάκι, χειμώνα καλοκαίρι. Και τη νύχτα κοιμόταν στη βεράντα, είτε έβρεχε είτε χιόνιζε».

Οι γείτονες είχαν να λένε πως ήταν ένα απολύτως εχέμυθο παιδί. Πολλές φορές τον είδαν να κυκλοφορεί μεσάνυχτα και ξημερώματα, όμως κανείς δεν γνώριζε που ήταν και τι έκανε, κι ακόμη κι όταν κάποιοι χωριανοί κατηγορούσαν τον πατέρα του πως δεν μπορούσε να τον κουμαντάρει, εκείνος και πάλι δεν άνοιγε το στόμα του να πει στον ίδιο του τον πατέρα πού βρισκόταν τα μεσάνυχτα.

Το 1956 προωθήθηκε σε ομάδα δολιοφθορέων Γαλάτας, ανέλαβε με άλλους την απόκρυψη όπλων και πήρε μέρος σε ενέδρες. Το Νοέμβριο του 1956, ως υπεύθυνος αποστολής, ανατίναξε με την ομάδα του τη γέφυρα στο «Μύλο της Τροοδίτισσας» της Γαλάτας τη στιγμή που περνούσε Άγγλος ταγματάρχης, ο διοικητής του στρατοπέδου Κακοπετριάς.

Όταν έγινε γνωστή η δολοφονία του πολλοί θεώρησαν πως έπεσε θύμα συμφερόντων κι ότι δεν είχε να κάνε καθόλου με τον αγώνα της ΕΟΚΑ, καθώς ο ίδιος ήσυχος και ταπεινός, δεν μίλησε ποτέ για τα πιστεύω του.

Ευαγόρας Παπαχριστοφόρου

Ο Ευαγόρας Παπαχριστοφόρου γεννήθηκε στον Κάτω Αμίαντο στις 20 Δεκεμβρίου 1937 και ήταν το τρίτο παιδί του παπα-Χριστόφορου Λαζαρίδη και της Μαρίας Παπαχριστοφόρου. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο Κάτω Αμιάντου και εργαζόταν ως ηλεκτροτεχνίτης στο μεταλλείο Αμιάντου. Ήταν ιδρυτικό στέλεχος της ΣΕΚ Αμιάντου και συμμετείχε στις πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις που έγιναν στην περιοχή Αμιάντου εναντίον των Άγγλων, όπως στην επιχείρηση εναντίον των φρουρών των εκρηκτικών υλών του μεταλλείου Αμιάντου, στις 25 Νοεμβρίου 1955, στην ιστορική μάχη του Πεύκου μεταξύ Κυπερούντας και Χανδριών στις 23 Νοεμβρίου 1955, την οποία διηύθυνε προσωπικά ο Αρχηγός Διγενής και στην επιχείρηση στο Κόκκινο Φανάρι, μεταξύ Αμιάντου – Τροόδους, στις 5 Δεκεμβρίου 1955. Καθοριστική επίσης υπήρξε η συμβολή του στη διαφυγή του Αρχηγού Διγενή στα λημέρια της ΕΟΚΑ στα Σπήλια μετά τη μάχη.

Συνελήφθη τον Ιανουάριο του 1956 με προδοσία και, κατόπιν πολλών βασανιστηρίων, κλείστηκε στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς. Από εκεί δραπέτευσε στις 13 Σεπτεμβρίου 1956 μαζί με άλλους έξι συγκρατούμενούς του. Ενώθηκε με τις ανταρτικές ομάδες του Γρηγόρη Αυξεντίου στην Πιτσιλιά και έλαβε μέρος σε δυο ενέδρες μεταξύ Πάνω και Κάτω Αμιάντου και στην εκτέλεση Άγγλου πράκτορα στον Αμίαντο.

Μετά τις μεγάλες προδοσίες στην Πιτσιλιά, στις αρχές Ιανουαρίου 1957, ο Ευαγόρας κατέφυγε μαζί με την ομάδα του Λένα στην ορεινή περιοχή Γεράσας, όπου ο Λένας τον όρισε ως υπεύθυνο της ομάδας, όταν ο ίδιος επέστρεψε στον τομέα του για επείγουσες διευθετήσεις. Στις 17 Φεβρουαρίου 1957, ημέρα κατά την οποία έπεσαν οι ήρωες Δημητράκης Χριστοδούλου και Σωτήρης Τσαγγάρης και τραυματίστηκε ο Λένας, ο Ευαγόρας ενέπεσε σε ενέδρα των Άγγλων, ενώ επέστρεφε στην περιοχή του και τραυματίστηκε ελαφρά στο κεφάλι, αλλά κατόρθωσε να διαφύγει στη Λεμεσό με το Μιχαήλ Ασσιώτη. Το Μάιο του 1957, κατόπιν εντολής του Διγενή, ανέλαβε την οργάνωση ανταρτικής ομάδας στην περιοχή Σολέας, με κρησφύγετο κοντά στη Γαλάτα.

Μία εβδομάδα πριν τη δολοφονία των δύο νεαρών, οι Βρετανοί αποφάσισαν να συλλάβουν τον πατέρα του Ευαγόρα, παπα-Χριστόφορο και να τον κατηγορήσουν ως περιφερειακό αρχηγό της ΕΟΚΑ στο Τρόοδος, για να τον αφήσουν τελικά ελεύθερο μετά από 11 μήνες στις 23 Δεκεμβρίου 1957.

Η δολοφονία

Στις 7 Οκτωβρίου 1957 ο Χρύσανθος έπιασε μια «βούρκα» (σ.σ. τσάντα πάνινη) κι αφού τη γέμισε με διάφορα φαγητά κίνησε μέσα στο σκοτάδι να την παραδώσει στον ξάδελφό του Ευαγόρα, ο οποίος ήταν στο κρησφύγετό του. Στη διαδρομή τον περίμενε ο Μιχαήλ Ασσιώτης, ο οποίος είχε ήδη δολοφονήσει τον ξάδελφό του και αντάρτη Ευαγόρα Παπαχριστοφόρου και τον εξετέλεσε με το αυτόματο όπλο του.

Τα δύο ξαδέλφια βρίσκονταν πλέον νεκρά, μέσα κι έξω από το κρησφύγετο, στο οποίο ο Μιχαήλ Ασσιώτης οδήγησε αργότερα τους Βρετανούς στρατιώτες.

Στην κηδεία του Ευαγόρα, που έγινε στο χωριό του και πήρε μορφή εθνικής μυσταγωγίας, οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν την παρουσία του πατέρα του Παπαχριστοφόρου, τον οποίο κρατούσαν στα κρατητήρια.

Η συμπεριφορά των Άγγλων ξεσήκωσε τους κρατουμένους σε έντονη διαμαρτυρία κατά την οποία έβαλαν φωτιά στα Κρατητήρια.

Στην ανάκριση που κράτησε έξι ολόκληρες μέρες, ο ανακριτής Έλισσον αποφάνθηκε ότι «ο Ευαγόρας και ο Χρύσανθος δολοφονήθησαν υπ’ αγνώστων ατόμων εις κρησφύγετο στη Γαλάτα», ενώ για τον Μιχαήλ Ασσιώτη σημείωσε ότι πρόκειται περί «αναξιόπιστου προσώπου» λόγω των αντιφατικών μαρτυριών που έδωσε.

Πληροφορίες: Τάιμς οφ Σάιπρους, άρθρο του Κώστα Θ. Κατελάρη