Ομιλία της Ιλιάνας Κουλαφέτη στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου «Ευαγόρας Παλληκαρίδης, Αντάρτης-Ποιητής«, του Λάζαρου Μαύρου
Όταν το 1957, ο πιο ερωτικός ποιητής της συμβολικής ελληνικής μας λογοτεχνίας, Τάσος Λειβαδίτης βραβευόταν για τη «Συμφωνία αρ.1», μάλλον δεν ήξερε πως ένας πιτσιρικάς στην απόμακρη γωνιά του ελληνισμού, θα μπορούσε να δώσει ολοκληρωτικά άλλο νόημα στους στίχους του. Και μάλλον δεν μπορούσε να φανταστεί, πως ένας νέος, αμούστακος ακόμη, θα μηδένιζε εκείνο το «και τότε κατάλαβες σύντροφε, γιατί οι απελπισμένοι γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες».

Γιατί, εδώ στην άκρη της Μεσογείου, γεννήθηκε, μεγάλωσε και ερωτεύτηκε, ίσως ο πιο ελπιδοφόρος και ερωτευμένος επαναστάτης της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Γιατί ο Βαγορής από τον Λάρνακα της Λαπήθου και την Τσάδα της Πάφου, γιος του Μιλτιάδη και της Αφροδίτης, ζούσε για να ερωτεύεται με πάθος τη ζωή, και μέσα σ’ αυτήν διεκδικούσε φιλία, αγάπη, ελευθερία.

Παράτολμος, αποφασιστικός, ευγενικός, φιλομαθής, ζωηρός και αεικίνητος, θα μπορούσαμε πραγματικά να επιστρατεύσουμε χίλια δυο επίθετα για να χαρακτηρίσουμε εκείνο τον πιτσιρικά, και όμως πάλι δεν θα ήταν αρκετές οι λέξεις να αποδώσουν την πραγματικότητα του μεγαλείου του. Για αυτό θα αρκεστώ σ’ αυτά τα έξι και θα αφήσω τους συγγραφείς μας σήμερα να μιλήσουν περισσότερο για τον Βαγορή, που θεωρώ πως η δική τους έρευνα και εμπειρία, ίσως να τους βοήθησαν περισσότερο να κατανοήσουν την ύπαρξη τού.

Image result for ευαγορας παλληκαρίδης

Θα σταθώ όμως στον ερωτικό Ευαγόρα. Εκείνον τον νέο, που μόλις 15 χρονών ένιωσε για πρώτη φορά τα ερωτικά σκιρτήματα της καρδιάς του, και χωρίς να τα αποστραφεί αναρωτήθηκε:

«Ξέρω μονάχα πως της αγάπης η χαρά έρχεται μόνο μια φορά. Αχ! Γιατί τάχα;».

αναζητώντας το ζείδωρο αίσθημα του έρωτα και της αγάπης, χωρίς να επιδιώκει τα απολυταρχικά δεσμά που προστάζουν πως δήθεν η καρδιά μια φορά χτυπά. Για αυτό και του Βαγορή η καρδιά χτύπησε περισσότερες. Γιατί στον έρωτα έβρισκε την ισορροπία και δημιουργούσε με αυτόν τον τρόπο μια ισότιμη αποδοχή του καθημερινού και του απίθανου που γεννούσαν τα συναισθήματά του. Ο Βαγορής απαντούσε ήδη στα 15 του χρόνια, ό,τι ρωτούσε ο Χρόνης Μίσσιος: «Και για τι άλλο, αλήθεια, θα την κάνετε την επανάσταση, ρε, αν όχι για να ξαναδώσετε στη ζωή τα δικαιώματά της, να την κάνετε χαρά, παιχνίδι, φαντασία, έρωτα;».

Στα 15 του χρόνια λοιπόν και ως εκείνη την ύστατη στιγμή που ανέβηκε στο ικρίωμα και στάθηκε με τόλμη μπροστά στην αγχόνη, στιχουργώντας το πιο ελληνικό, το πιο ελεύθερο ποίημα, ο Ευαγόρας δίδασκε και απαντούσε, πώς γίνεται μία επανάσταση όταν η ζωή απαιτεί πίσω τα δικαιώματά της. Κι απ’ τα θρανία του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου ντυμένος μαθητής ως τα βουνά της Κύπρου, ντυμένος αντάρτης, με μολύβι και με όπλο, ο μικρός ερωτικός ποιητής διεκδικούσε απ’ την ανέραστη βρετανική αυτοκρατορία, το δικαίωμα στον έρωτα, στην ελευθερία, στη φαντασία και στη δημιουργία.

Κι από τη μέρα που αναζήτησε την αγάπη, η καρδιά του βρισκόταν σε μια διαρκή αναταραχή χαρίζοντάς του από πολύ νωρίς την ευτυχία της αθανασίας. Βοηθώντας τον να συνειδητοποιήσει λίγο πριν τις εκρήξεις του ’55, πως το δικαίωμα στον έρωτα είναι ταυτόσημο με το δικαίωμα στη λευτεριά και πως οι επαναστάτες δεν είναι αγέλαστες πέτρες, αλλά η πραγματική γενεσιουργός δύναμη της ζωής.

Η καρδιά του Βαγορή σκιρτούσε διαρκώς. Σκίρτησε για τη Χλόη, σκίρτησε για τη Λύα, για την Ελευθερία και την Ελλάδα.

Ίσως να σκίρτησε κι άλλες φορές και να μην το μάθαμε ποτέ.

Ίσως να σκίρτησε και για εκείνη τη μικρούλα Τέρρυ, που μάλλον δεν γνώριζε πόση ευτυχία θα της επιφύλασσε η μοίρα, όταν στην αγγελία της για αλληλογραφία σε περιοδικό ανταποκρίθηκε ο Ευαγόρας.

Και πόσο τυχερή μες στην αφέλειά της, να λάβει ένα γράμμα από έναν νέο που με φωτιά στα στήθη, της έγραφε όλο ειλικρίνεια: «Για μας εδώ τι να σου γράψω. Τι περιμένεις να θαυμάσεις από ένα μέρος σκλαβωμένο. Οι ομορφιές του είναι νεκρές, μα κι αν είναι όμως νεκρές, δεν χάνουν την ομορφιά τους. Μ’ αρέσει η πατρίδα μου κι ας είναι σκλάβα. Εδώ θα ζήσω για να μην τη χάσω κι εδώ θα πεθάνω για να μη χωριστώ. Κι η δική σου πατρίδα θέλω να τη γνωρίσω, κι ίσως να τη γνωρίσω σύντομα αν θέλει ο Θεός. Γιατί θα ‘ρθω το καλοκαίρι, αν δεν αναγκαστώ να το περάσω στη φυλακή. Μην ξαφνιάζεσαι, δεν είμαι κλέφτης. Κατηγορούμαι για παρανομία και πως έφερα όπλα για ανατροπή του καθεστώτος. Τέρρη, μ’ αρέσει να ψιθυρίζω τα’ όνομά σου. Είναι τόσο όμορφο, όσο είναι και κουτό». Και κλείνοντας την επιστολή του, όσα δεν μπόρεσε να της εξηγήσει στο γράμμα για τον πηγαίο πόθο της, «για την ανάπτυξη μιας αγνής φιλίας», της ψιθυρίζει τη σκέψη του με στίχους, όπως ακριβώς ο Οβίδιος στην προσπάθειά του να μιλήσει: «Είναι κάπου κάτι, κάτι σαν αλήθεια μα και σαν απάτη και σαν θησαυρό. Είναι κάπου κάτι π’ όλο το γυρεύω μα τα χρόνια πάνε δίχως να το βρω».

Image result for ευαγορας παλληκαρίδης

Για αυτό σκιρτούσε ξανά και ξανά η καρδιά του. Για αυτό ερωτευόταν μάτια τσιγγάνικα, κουτά ονόματα, κορίτσια ετοιμόλογα κι εκείνη την πανώρια κόρη, που τελικά άνοιξε τα φτερά της και τον αγκάλιασε όσο καμιά, όταν το ζήτησε. Γιατί κάθε φορά που έγραφε ένα στίχο ή κάθε φορά που έκλεβε ένα λουλούδι, κάθε φορά που ερωτευόταν, ο Ευαγόρας ανέτρεπε το καθεστώς. Ανέτρεπε, όλους εκείνους τους ξενέρωτους, δήθεν πολιτισμένους και μες στη δυστυχία τους πνιγμένους φρουρούς της αυτοκρατορίας που προσπαθούσαν αρειμανίως να συρρικνώσουν και να εξαερώσουν τον ελληνικό και πανανθρώπινο έρωτα της ΕΟΚΑ, για ζωή, για αξιοπρέπεια, για ελευθερία.

Για αυτό οι αγωνιστές του ’55, αγαπούσαν την Ελλάδα και πάντα δυο άλλα μάτια. Που είτε θύμιζαν τον καθάριο της ουρανό, είτε χανόσουν στο βάθος τους, μάτια που πυρπολούσαν έρωτα και διεκδικούσαν ζωή.  Για αυτό οι αγωνιστές αγαπούσαν, χωρίς παρωπίδες, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς ανασφάλειες. Για αυτό ο Αυξεντίου χάρισε στη Βασιλού του την ευτυχία της ιερής σύνδεσης με γάμο, μέσα σε άκρα μυστικότητα και με την ευχή του Διγενή και του Παπάσταυρου ενώ ταυτόχρονα παραδεχόταν πως την Ελλάδα «Μες την καρκιάν μου είχα την, τζιαι νύχταν τζιαι ημέραν…». Για αυτό, όταν ο Παπάσταυρος ευχόταν στον Αυξεντίου και στη Βασιλού να ζήσουν, συμπλήρωνε «και ζήτω η Ένωσις». Για αυτό και στη βαμμένη απ’ το αίμα τσέπη του Χαράλαμπου Μούσκου βρήκαν τους στίχους της Σοφίας Βέμπο του ΄41 «Δυο αγάπες στην καρδιά μου έχω κλείσει, πατρίδα είν’ η μία κι η άλλη εσύ», ενώ ο Πετράκης Γιάλλουρος αλληλογραφούσε με την αγαπημένη του Σούλα Κονσολάκη που βρισκόταν στην Αίγυπτο, μέχρι τη μέρα που ο περήφανος 17χρονος σημαιοφόρος του Ριζοκαρπάσου, δολοφονήθηκε από τους Βρετανούς. Γιατί όπως συμπεραίνει ο Λάζαρος Μαύρος στο βιβλίο του «Προφανές ότι σε εκείνους τους στίχους του έπους του ’40, βρήκαν οι ερωτευμένοι αγωνιστές του ’55 την απάντηση. Κι έτσι, απαγγέλλοντας πως αγαπούν και την Ελλάδα μα κι εκείνες, με τον ίδιο έρωτα, είχαν πεντακάθαρη στη συνείδησή τους, τη δική τους προτεραιότητα». Γιατί το αίτημα για ζωή, για συνύπαρξη, για ερωτική ολοκλήρωση ήταν ταυτόσημο με εκείνο της αυτοδιάθεσης, της ελευθερίας, της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα

Και ο Ευαγόρας έγραφε: «Την Ελλάδα αγαπώ αλλά κι εσένα». Γιατί η γενιά αυτή των ερωτευμένων νέων δεν είχε ανάγκη από επιβεβαίωση. Είχε θάρρος και πίστη. Κι εδώ ακριβώς έγκειται το χάσμα που μας χωρίζει από τους ερωτευμένους με την ελευθερία αγωνιστές της ΕΟΚΑ: στην ισορροπημένη ζωή τους, ο έρωτας και το φλερτ αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ύπαρξής τους. Δεν αποτελούσαν κάτι πρόσθετο ούτε θεωρούντο ασήκωτο βάρος. Αντιθέτως, αποτελούσαν τις προϋποθέσεις της τόλμης τους, βασικά συστατικά στοιχεία του είναι τους. Ήταν τρόπος ζωής και με αυτόν τον τρόπο εξ άλλου πορεύτηκαν με τόσο θάρρος και τόλμη στον αγώνα. Από έρωτα για τις ιδέες τους και τις αξίες τους. Οι αγωνιστές δεν διακατέχονταν από φόβο ανάληψης ευθυνών ούτε στο θέμα της αγάπης, μα ούτε και στο θέμα του αγώνος. Και εδώ έγκειται η μεγάλη μας διαφορά. Η δυσκολία μας να προσαρμοστούμε στη ζωή των άλλων ή να σπρώξουμε στην άκρη τον εγωπαθή εαυτό μας και να μοιραστούμε χωρίς φόβο συναισθήματα ίσως αποτελεί μια παράμετρο που μας εμποδίζει κι από το να εξεγερθούμε ενάντια σε οτιδήποτε συμβατικό. Όπως ο έρωτας αποτελεί μια πάλη μέσα μας που έχει να κάνει με τις πιο ενδόμυχες ανασφάλειες και τους πιο κρυφούς μας φόβους, έτσι κι η επανάσταση μας φέρνει αντιμέτωπους με καταστάσεις που οφείλουμε να ανατρέψουμε. Για να φτάσουμε στον τελικό στόχο: μια ζωή διαρκούς εξέγερσης, πραγματωμένης αγάπης και ελευθερίας.

Image result for ευαγορας παλληκαρίδης

Οι έρωτες του Παλλικαρίδη, δεν ήταν απλά μέρος ενός εφηβικού ενθουσιασμού.

Ήταν κάτι παρασάγγας ανώτερο: όπως το τόνισε στο βιβλίο του ο Λάζαρος Μαύρος, ήταν υπόσχεση ζωής.

Σε κάθε έρωτά του ο Βαγορής χάριζε τον εαυτό του, σε κάθε έρωτά του υπέγραφε με αίμα. Όπως υπέγραψε με αίμα εκείνο το πρωινό της 14ης Μαρτίου 1957, την πιο όμορφη ώρα της ζωής του. Σε κάθε έρωτά του αναζητούσε πάντα κάτι ανώτερο, κάτι που ο ίδιος παραδεχόταν στη Λύα για τον παράδοξο έρωτά του «μα η αγάπη αυτή δεν είναι σαν όλες τις άλλες. Δεν είναι ούτε έρωτας, μα ούτε και φιλία. Είναι κάτι που…δεν ξέρω τι είναι, κι ούτε θα μάθω. Νομίζω θα μείνει για πάντα ένα μυστήριο. Όμως και κάτω από αυτό το μυστήριο θα έχεις  την πηγή της φιλίας, η φιλία μαζί κι η αγάπη, η αγάπη κι ο έρωτας. Κι αν θες να λύσεις το μυστήριο, ένωσέ τα τρία και θα βρεις ένα καινούριο αίσθημα. Δώσε του μια ονομασία γιατί εγώ δεν ξέρω πώς να τ’ ονομάσω. Ένα πράγμα ξέρω μόνο: η φιλία μεταξύ άρρενος και θήλεος, είναι ένας παράξενος έρωτας ίσως και πιο μεγάλος από τον πραγματικό».

Οι έρωτές του είναι αληθινοί και μας διδάσκουν. Πως ο πραγματικός έρωτας είναι πολλά περισσότερα από ένα βλέμμα, ένα φιλί, μια αγκαλιά. Είναι επικοινωνία, αυταπάρνηση, επιμονή και πάθος, υπέρτατη ανάγκη, αιτία ύστατης καταστροφής και συμπαντική δύναμη που μας ωθεί στη δημιουργία, στην ανιδιοτέλεια, στην αυτογνωσία. Είναι ένα βήμα προς την απελευθέρωση μας.

Και αν μου επιτρέπει, η αγαπητή του Ευαγόρα Λύα να απαντήσω στο ερώτημά της, πως ποτέ δεν κατάλαβε γιατί αλληλογραφούσαν οι δυο τους ενώ ζούσαν στην ίδια πόλη και συναντιούνταν σχεδόν καθημερινά, ήταν γιατί ο Ευαγόρας ήξερε πως οι ερωτικές επιστολές είναι μία ιδιόμορφη πρόκληση για τον ερωτευμένο. Πως οι επιστολές διατηρούν τον έρωτα στη μυθική του διάσταση και δεν επιτρέπουν στον χρόνο να καταστρέψει τη ρομαντική του διάσταση. Πως κάθε γράμμα είναι μια εξομολόγηση, ένας χωρισμός και μια επανασύνδεση.

Πως οι ερωτευμένοι έχουν ανάγκη να αναμοχλεύουν τις λέξεις, να δημιουργούν προτάσεις και παραγράφους, να στρατεύουν όλες τις λογοτεχνικές μας ικανότητες για να εκφράσουν τα πιο απλά μας συναισθήματα, για να εκφράσουν ποικιλοτρόπως το πιο απλό «μου λείπεις» ή «σ’ αγαπώ».  Μέσα από τις επιστολές διατηρείται η μυθοποιημένη μορφή του άλλου, καθώς και μια συνεχής προσπάθεια να εκφραστούν οι πιο μύχιες σκέψεις μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα τρίτων. Και προφανώς αποτελούν ένα κειμήλιο στα χέρια των ενδιαφερόμενων, που αναγεννούν τις μνήμες και απαγορεύουν στη λήθη να υπερτερήσει.

Image result for λύα χατζηαδάμου

Και δεδομένου ότι βασική παράμετρος της αλληλογραφίας είναι η απουσία, ο Ευαγόρας δεν διέκοψε την τόσο όμορφη συνήθειά τους όταν η Λύα έφυγε από την Κύπρο. Η αλληλογραφία τους γρήγορα μετετράπη σε λογοτεχνία του απολεσμένου άλλου. Διαβάζοντας λοιπόν σήμερα, αυτόν τον θησαυρό που η Λύα Χατζηαδάμου-Βότση, φύλαξε και ευτυχώς για εμάς εξέδωσε με τίτλο «Αν θες να μάθεις νέα μου» αντιλαμβανόμαστε την αμφιβολία, την αίσθηση του κενού, την αναπόληση και τον φόβο της λήθης που γεννούν φράσεις λογοτεχνικές, ανεπιτήδευτες, καθώς μόνη έγνοια τους είναι να αποδείξουν το μεγαλείο της προσμονής, της ανιδιοτελούς αγάπης. Κι έτσι οι δυο τους, κατάφεραν να διατηρήσουν έναν πλατωνικό έρωτα που τράφηκε με λέξεις οι οποίες προσπάθησαν να υπερνικήσουν μεγαλειώδεις πράξεις, σε έναν ουσιαστικά άνισο αγώνα, μέχρι το βράδυ που ο Βαγορής ανακοίνωσε, πως είναι έτοιμος να αντικρύσει την πανώρια εκείνη κόρη που τόσο πόθησε.

Γιατί έτσι ήταν ο Βαγορής. Δεν έλεγε ποτέ ψέματα και δεν κρυβόταν για όσα ένιωθε. Την ίδια στιγμή που λάτρευε τη σχέση του με τη Λύα, δεν έκρυβε πως έγραφε και στην πρώτη του αγάπη τη Χλόη. Την ίδια στιγμή που αφιέρωνε φλογερά ποιήματα στα πράσινα τσιαγγάνικα μάτια της Λύας, ζήταγε από την Χλόη να τον συγχωρέσει που τελικά η καρδιά του άλλη πόθησε, αφού εκείνη τον πρόδωσε.

Τις λάτρεψε τις γυναίκες ο Βαγορής κι ας ήταν μόλις 18 χρονών. Τις λάτρεψε με έναν καζαντζιδικό τρόπο, εκφράζοντας τα παράπονο και τον πόνο που του προκάλεσε η ύπαρξη τους και συνειδητοποίησε:

«Γυναίκες, γεμάτες αγάπη, γεμάτες μυστήριο, κερνάτε μια γλύκα και μια δηλητήριο. Γυναίκες, για σας ποιος δεν έκλαψε και ποιος δεν σας έταξε χαρά και βασίλεια. Τα πλάνα μάτια σας όταν αντίκρυσε κι όταν σας φίλησε γλυκά στα χείλια. Ποιος δεν λυπήθηκε για το χατίρι σας, για σας δεν έκλαψε τόσο πικρά. Ποιος δεν ξενύχτησε στο παραθύρι σας για χίλια όνειρα που είναι νεκρά».

Τις λάτρεψε με ειλικρίνεια, παραδεχόμενος στην πρώτη του αγάπη «όσο κι αν έφταιξα κι αν με άλλη έμπλεξα συγχώρεσέ με. Κι αν άλλη φίλησα τώρα εγύρισα και φίλησέ με. Όπως την πρώτη φορά πες μου γλυκά, φλογερά την αγάπη σου πάλι. Πες ξανά ότι μ΄αγαπάς, πες πως για μένα σκορπάς την καρδιά σου κι αγκάλη» σαν εκείνο το καζαντζιδικό «Απόψε κέρνα με το πιο γλυκό κρασί γλυκά στα μάτια, σαν και πρώτα κοίταξέ με Ξέρω, σε πίκρανα, πολύ μες στην ζωή μα τελευταία πια φορά, συγχώρεσέ με».

Image result for καζαντζίδης

Και εξυμνεί τα ερωτικά χαρακτηριστικά που τον μεθύσαν παραπονεμένα: «Δυο χείλια φλογισμένα γι’ αγάπη διψασμένα μου κλέψαν τη ζωή. Δυο χείλια με μεθύσαν και μόνο με αφήσαν ένα γλυκό πρωί», με τον ίδιο τρόπο που ο Καζαντζίδης τραγούδησε το δικό του παράπονο «Η ματιά σου και τα χείλη σου με φέρανε κοντά σου αλλά η καρδιά σου με διώχνει μακριά». Και όταν στον επόμενο στίχο ο Καζαντζίδης παραδέχεται «Τι ειρωνεία, τι τυραννία, ν’ αγαπώ και να πονώ», ο Ευαγόρας συμπληρώνει «είναι μυστήριο να αγαπάς κι αυτή σκληρά να περιπαίζει, εσύ να κλαις και να πονάς κι αυτή μ’ εσένανε να παίζει». Και όταν τέλος αποχαιρετά τη Λύα του ζητώντας της «Ένα μονάχα χάδι τελευταίο θα μου δώσεις και για στερνή φορά θα πεις πως μ’ αγαπάς. Αλλ’ όμως με το χάδι βαριά θα με πληγώσεις καθώς εσύ θα φεύγεις σ’ άλλα μέρη για να πας» ο Καζαντίδης θα έδινε φωνή στη Λύα μέσα από το «Απόψε φίλα με να με χορτάσεις αύριο φεύγω και θα με χάσεις απόψε φίλα με κι αγκάλιασέ με αύριο φεύγω λησμόνησέ με. Του χωρισμού μας αύριο η μέρα ξημερώνει, η άτυχη αγάπη μας απόψε τελειώνει».

Έλληνας σε όλα του ο Βαγορής. Μετενσάρκωση όλων των πρωταγωνιστών της ιστορίας, δικαιολογώντας τη θέση που του δώσαμε στη συλλογική μνήμη. Ευαγόρας, τιμώντας το όνομα που του έδωσε ο νονός του προασπιζόμενος την ελευθερία. Ερωτόκριτος, πέφτοντας στη φωτιά της μάχης, για την αγάπη και την πατρίδα. Σολωμικός Μεσολογγίτης, απαρνούμενος στις 14 Μαρτίου 1957 την Άνοιξη και τον Έρωτα γιατί τον Βαγορή τον κλειούσαν χίλια άρματα. Καζαντζιδικός χείμαρρος που λάτρεψε τον έρωτα και πόνεσε για αυτόν και Διγενής Ακρίτας που αντίκρισε με ευγένεια και τόλμη τον Χάροντα.

Κι ας μου επιτρέψει ο Αλέκος Μιχαηλίδης, να κλείσω αυτή την ομιλία με τον δικό του επίλογο, όταν μας εξηγούσε γιατί ο Βαγορής είναι ένας από εμάς: Ο Ευαγόρας είναι οι «ελιές» του Μόντη, το «δειν» του Πασιαρδή, η «γη» του Μιχαηλίδη, ο «σπόρος» του Λίπέρτη, το «τραντάφυλλον» του Βασιλείου. Ο Βαγορής είναι η Ελλάδα που αντιστέκεται. Ο Βαγορής είναι η ανηφοριά που πάει στη λευτεριά. Ο Βαγορής είναι το γέλιο των παιδιών μας.