Το πρωί της 17ης Σεπτεμβρίου 1974, το ελεγχόμενο από τους πραξικοπηματίες ΡΙΚ μετέδωσε μία ψευδή και επικίνδυνη είδηση: «Καλούνται οι αστυνομικοί του σταθμού Πολυκατοικιών Αμμοχώστου να επιστρέψουν εις την θέσην τους διότι είναι ελεύθερη η περιοχή».

Οι εκατοντάδες πρόσφυγες χαρούμενοι ξεκίνησαν να επιστρέψουν στον τόπο τους, αφού σύμφωνα με την είδηση θα ήταν ασφαλείς. Κανείς δεν ήξερε όμως πως εκείνη τη στιγμή που σχημάτιζαν ουρές, όδευαν προς τη σφαγή τους.

Η ψευδής ανακοίνωση της Αστυνομίας υποστήριζε ότι «ο αστυνομικός σταθμός που βρισκόταν στην περιοχή της Τεχνικής Σχολής του Βαρωσιού , όπως και οι νότιες περιοχές της πόλης είναι ελεύθερες, γεγονός που έδινε την εντύπωση ότι όλη η νότια πλευρά από τις «Πολυκατοικίες» μέχρι τη Δερύνεια ήταν ελεύθερη»[1].

Επιστροφή στο στόμα του λύκου

Η αυτοκινητοπομπή που ξεκίνησε εκείνο το πρωί προς τα Βαρώσια εξελίχθηκε σε τραγωδία, αφού Τούρκοι στρατιώτες και πάνοπλοι Τουρκοκύπριοι έστησαν μπλόκο στους Βαρωσιώτες.

Τους περικύκλωσαν και τους αιχμαλώτισαν. Πολλούς από αυτούς τους οδήγησαν στην περιοχή «Περβόλια της Πέρτζιενας», όπου αφού άφησαν ελεύθερους τους ηλικιωμένους και τα παιδιά, εκτέλεσαν εν ψυχρώ τους υπόλοιπους.

Οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στα μπουντρούμια της Τουρκίας και αφέθηκαν ελεύθεροι με τη διαδικασία της ανταλλαγής στο τέλος Σεπτεμβρίου – αρχές Οκτωβρίου του 1974.

Ο τέως βουλευτής ΑΚΕΛ Μιχάλης Πουμπουρής σε συνέντευξή του στον «Φ», θυμάται εκείνο το τραγικό πρωινό, όπου συνάντησε πολλούς Βαρωσιώτες και προσπάθησε να τους αποτρέψει από την επιστροφή.

«Περίπου μια χιλιάδα Βαρωσιώτες από όλα τα μέρη από τη Λεμεσό από την Ορμήδεια, ενθουσιάστηκαν ότι άνοιξε το Βαρώσι και αφού καλεί τους αστυνομικούς να επιστρέψουν σημαίνει ότι η νότια πλευρά της περιοχής είναι ελεύθερη. Αφού μεταδόθηκε η είδηση από το ΡΙΚ, σε ελάχιστο χρόνο οι Βαρωσιώτες πήραν των δρόμο της επιστροφής. Ελουρκάσαν να παν στο Βαρώσι».

Ο Ανδρέας Ζήνωνος που έζησε τη μεγάλη σφαγή περιγράφει με γλαφυρότητα στο βιβλίο του Μιχάλη Πουμπουρή «Οδυνηρές Εμπειρίες (1974)»

«Όταν μας ανέκοψαν τα τεθωρακισμένα στο ενδιάμεσο Δερύνειας- Βαρωσιού, κατάλαβα ότι την πάθαμε άσχημα. Μας οδήγησαν στο περβόλι της Πέρτζιενας και μας λήστεψαν. Ότι είχαμε πάνω μας ρολόγια, χρήματα και άλλα αντικείμενα μας τα πήραν. Υπολογίζω ότι όλοι ήμασταν γύρω στα εξακόσια με εφτακόσια πρόσωπα. Εκεί σκότωσαν κάποιους Τους έπαιρναν πίσω από τον καλαμιώνα και τους εκτελούσαν… Με πρόσεξε ένας αξιωματικός. Ήρθε στη σειρά των ηλικιωμένων, με κτύπησε με αγριότητα και με έσπρωξε στη σειρά των νέων. Όταν όμως ο αξιωματικός αυτός ασχολείτο με άλλες ομάδες κρατουμένων, ήρθε κοντά μου ένας νεαρός Τουρκοκύπριος, που υπήρξε μαθητευόμενος οικοδόμος κοντά μου όταν έκτιζα οικοδομές στο Βαρώσι, με πήρε από το χέρι και με οδήγησε και πάλι στη σειρά των ηλικιωμένων. Κατάλαβα ότι η ανθρωπιά φαίνεται κυρίως στις δύσκολες στιγμές. Όταν, κατά τις 2 μ.μ άφησαν ελεύθερους τους ηλικιωμένους ήμουν ο πρώτος που έφθασα τρέχοντας στο Φρέναρος».

Ένας άλλος μάρτυρας, ο Άλης Πετρίδης, μόνο 12 ετών τότε αφηγείται

«Όταν μας συνέλαβαν οι Τούρκοι και μας πήραν στην Κάτω Δερύνεια, είχα την έμμονη ιδέα ότι έπρεπε να επιχειρήσουμε να φύγουμε από την πίσω πλευρά προς τη Δερύνεια. Όμως δεν συμφωνούσαν οι μεγάλοι γιατί φοβόντουσαν πως θα μας σκότωναν… Μείναμε λοιπόν στο σπίτι της αδελφής μου, και την 21η του Αυγούστου μας έβγαλαν έξω, εκτός από την αδελφή μου και τις δυο κόρες του Σάββα Παρασκευά. Μας είπαν ότι θα μας σκοτώσουν. Πρώτα μας πήραν εκατό περίπου μέτρα μακριά από το σπίτι… Όταν μας έπαιρναν για να μας σκοτώσουν, πίστευα ότι μπορούσα να γλιτώσω. Σκεφτόμουν ότι μπορώ να τους ξεγελάσω και να φύγω. Μας οδήγησαν λοιπόν 200 μέτρα προς τα βορειοανατολικά. Φτάσαμε σε ένα περβόλι κάποιου Δερυνειώτη που είχε δεξαμενή… Ήταν δυο ένοπλοι στρατιώτες. Ο ένας από την Τουρκία και ο άλλος Τουρκοκύπριος που ήξερε ελληνικά. Τους ρωτήσαμε που μας πάνε. Η απάντηση ήταν «θα σας σκοτώσουμε όλους». Κάποιος ρώτησε: «Μα θα σκοτώσετε αυτά τα μωρά;» «Μα εσείς σκοτώσατε τα μωρά στην Αλόα» ήταν η απάντηση. ‘Ήμασταν όλοι 13 πρόσωπα. Εφτά παιδιά ηλικίας τριών μέχρι δεκατριών χρόνων και έξι ενήλικες. Όπλισαν τα όπλα τους και διέταξαν τη Σωτήρα και τη Χριστίνα να προχωρήσουν μπροστά για να τις σκοτώσουν. Τα μωρά είχαν αγκαλιαστεί και έκλαιγαν. Μόλις έπεσε ο πρώτος πυροβολισμός και είδα τη Σωτήρα, την αδελφή του γαμπρού μου να γέρνει προς το έδαφος άρχισα να τρέχω προς τη Δερύνεια, καλυπτόμενος από τα δέντρα. Τρέχοντας μέσα από τα δέντρα άκουγα συνεχώς πυροβολισμούς, κλάματα και ουρλιαχτά. Σε λίγο έφτασα στη Δερύνεια και ακολούθως πήγα στο χωριό Σωτήρα».

Η φωτογραφία-ντοκουμέντο

Την τραγικότητα της σφαγής αποτύπωσε με τον φακό του κάποιος, μάλλον μέλος της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Στη συγκλονιστική φωτογραφία που εξασφάλισε και αναδημοσίευσε ο «Π», εμφανίζονται δεκάδες αυτοκίνητα με ανοιχτά πορτμπαγκάζ. Το πιο συγκλονιστικό όμως κομμάτι είναι οι μικρές λίμνες αίματος που φαίνονται στην εικόνα.

«Χριστιανός ή μουσουλμάνος;»

Μία από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες είναι αυτή του Δημήτρη Χριστοδούλου-Φικρί από την Αχερίτου. Η πιο συγκλονιστική ιστορία είναι αυτή του Δημήτρη Χριστοδούλου (Σουτζούκου) από την Αχερίτου.

Ήταν νυμφευμένος με τη Σταυρούλα από την Περιστερωνοπηγή και είχε αποκτήσει μαζί της 5 παιδιά. Ο Δημήτρης, ωστόσο, δημιούργησε μια παράλληλη σχέση με μια Τουρκοκύπρια, η οποία κατοικούσε στον θύλακα της Αμμοχώστου. Ένα βράδυ ο Χριστοδούλου εξερχόμενος από το σπίτι της Τουρκοκύπριας ανακόπηκε από συγγενικά της πρόσωπα που του ζήτησαν εξηγήσεις. Ο Χριστοδούλου τους διαβεβαίωσε ότι την αγαπούσε και ότι ήθελε να την παντρευτεί. Οι Τουρκοκύπριοι έθεσαν όμως ως προϋπόθεση ότι θα έπρεπε προηγουμένως να ασπασθεί τον μουσουλμανισμό. Θέλοντας και μη ο Χριστοδούλου, ηλικίας τότε 30 περίπου χρόνων, αλλαξοπίστησε. Η τελετή της περιτομής έγινε δημοσίως και αξιοποιήθηκε δεόντως από τους Τουρκοκύπριους, λόγω και των πρώτων διακοινοτικών ταραχών του 1963-64. Λέγεται μάλιστα ότι στην τελετή παρέστη και ο Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος έφθασε με πάσα μυστικότητα από τη Λευκωσία στον τ/κ θύλακα της Αμμοχώστου. Ο Δημήτρης εγκατέλειψε την Ε/Κ σύζυγό του και τα παιδιά του, προσέθεσε στο όνομά του και το «Fikri» και για κάποια χρόνια διέμενε με την Τουρκοκύπρια στον θύλακα της Αμμοχώστου. Γύρω στο 1970 την εγκατέλειψε όμως και επέστρεψε αρχικά στο πατρικό του σπίτι στην Αχερίτου, ενώ τα χρόνια πριν από την τουρκική εισβολή κατοικούσε στην Αμμόχωστο, όπου και εργαζόταν.

Επιχείρηση επιστροφής

Το πρωί της 17ης Αυγούστου 1974 ο Δημήτρης Χριστοδούλου, μαζί με άλλα τέσσερα πρόσωπα, τον Φώτη Σωκράτους, τον Γεώργιο Κακουλλή, τον Μιχάλη Φυλακτού και τον Δήμο Φωτίου επιχείρησαν να επιστρέψουν στην Αμμόχωστο. Το όχημα στο οποίο επέβαιναν, ένα ταξί μάρκας Mercedes με αριθμούς εγγραφής TER789 της εταιρείας «Vassos Papadopoulos TAXI Acropolis», το οποίο οδηγούσε ο Σωκράτους, ανακόπηκε από Τούρκους στρατιώτες και Τουρκοκύπριους ενόπλους στην περιοχή «Περβόλια της Πέρτζιενας». Ένας Τουρκοκύπριος αναγνώρισε τον Δημήτρη, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των υπολοίπων, και φέρεται να του είπε τα εξής: «Φικρί είνταμ που κάμνεις; Έρκεσαι στη γεναίκα σου; (σ.σ. την Τουρκοκύπρια). Την μια ημέρα είσαι Τούρκος τζιαι την άλλη Χριστιανός;». Στη συνέχεια τον πήρε από το χέρι και με οργίλο ύφος συμπλήρωσε: «Έλα να σε πάρω στη γεναίκα σου, ρε π…βεγκε»[2].

Το έγκλημα στα Περβόλια της Περτζιένας έμεινε ατιμώρητο. Μεταξύ των 20 επιβεβαιωμένων νεκρών, σύμφωνα με τον Μιχάλη Πουμπουρή, ήταν και η πολυμελής οικογένεια Γιωρκαλλή η οποία μετρά 12 αγνοούμενους.

[1] Μυρτώ Ζουμίδου, Ψευδής είδηση οδήγησε στη σφαγή της Πέρτζιενας

[2] Σωτήρης Παρούτης, «Επιστροφή θανάτου στο Βαρώσι – Η σφαγή στα περβόλια της Περτζιένας»