Δυναμικές και ευρηματικές. Χασάπισσες και ζωεμπόρισσες. Περπάταγαν και τράνταζε η γη στα στενά του Λεμεσού κάθε που κατέβαιναν από τον τόπο τους, τον Πεδουλά. Δεν ήταν σαν τις άλλες γυναίκες της εποχής τους. Δεν μίλαγαν, δεν συμπεριφέρονταν, δεν φτιάχνονταν σαν γυναίκες. Τίποτα πάνω τους δεν μαρτυρούσε τη θηλυκή τους φύση, ούτε καν το στήθος τους, που ήταν ένα με το στέρνο τους. Στο διάβα τους όλοι έκαναν στην άκρη. Οι αδελφές Μαρίκα και Παναγιώτα Χατζιηωάννου είχαν κερδίσει τον σεβασμό της περιοχής με το σπαθί τους. Αντρογυναίκες με τα όλα τους, άφησαν το δικό τους στίγμα και τη δική τους ιστορία στην κοσμοπολίτισσα πόλη.

«Εμείς είμαστε γυναίκες από πάστα και ράτσα άγρια, ζυμβμένες με πέτρα και κοπριά. Ορεινές και γρήγορες σαν ζαρκάδια, όχι βουτυρωμένες και με φουστάνια και καπέλα τυλιγμένες». Τα λόγια τους τα’ λεγαν όλα. Για εκείνες η ζωή ήταν δουλειά και παζάρι.

Ορεινές και σκληροτράχηλες

Οι αρρενωπές αδελφές γεννήθηκαν κάπου στα 1850-1860, στον Πεδουλά. Στα 20 της κατέβηκαν στη Λεμεσό: εκεί γινόταν το μεγάλο παζάρι

Η Μαρίκα από τη Λεμεσό. Η φωτογραφία κρεμμόταν στον τοίχο ενός μικρού καταστήματος – αποθήκη κατασκευαστή κούκλων κουκλοθεάτρου, περί το 2012, στην οδό Ελευθερίας στη Λεμεσό / Πηγή: Λεμεσού Μνήμες

και οι πολλές δουλειές. Οι δύο αδελφές είχαν τραβήξει άλλο δρόμο από εκείνο των αδελφών τους. Δεν ήθελαν προικιά και γάμους: κυνηγούσαν λίγες, ακίνητα και ζώα.

Στη Λεμεσό οι δύο αδελφές άνοιξαν το δικό τους κρεοπωλείο. Στην αρχή προμηθεύονταν κρέας από αλλού, έξυπνες όμως εμπόρισσες καθώς ήταν, σκέφτηκαν πως το να έχουν τη δική τους πηγή κρέατος θα τις σύμφερε περισσότερο. Έτσι από το κομπόδεμά τους δημιούργησαν τα δικά τους κοπάδια.

Το φρέσκο και «τίμιο» στην τιμή κρέας που έφερναν στο μαγαζί απέκτησε σιγά σιγά το κοινό τους γεμίζοντας με λίρες το θησαυροφυλάκιό τους.

Η Μαρίκα στο παζάρι

Από τις δύο αδελφές η Μαρίκα φαινόταν πιο σκληρή. Μαλιστα, στις εμποροπανήγυρεις που γίνονταν οι ζωέμποροι περίμεναν πάντα τη Μαρίκα να ξεπεζέψει το άλογό της και να δώσει εκείνη τιμή στα ζωντανά. Ήταν ίσως η μόνη γυναίκα της εποχής της, την οποία οι άντρες υπολόγιζαν.

Η συνάντηση με τον βασιλιά Γεώργιο Β’

Η Μαρίκα σιγά σιγά άρχισε να εμπορεύεται ζώα από διάφορες χώρες. Έτσι, φορώντας την αντρική της φορεσιά, με τη βράκα και το γιλέκο, γύριζε σε Αίγυπτο, Τουρκία και Ελλάδα.

Μια μέρα ενώ περπατούσε στους βασιλικούς κήπους και απολάμβανε τη μυρωδιά των τριαντάφυλλων την πρόσεξε ο βασιλιάς Γεώργιος Β’. Εντυπωσιασμένος από το ανάστημά της, την κάλεσε για φαγητό. Η Μαρίκα, προφανώς και παρευρέθη στο βασιλικό δείπνο.

Με τον ίδιο τρόπο είχε τραβήξει κι άλλα βασιλικά βλέμματα όπως αυτό του Φαρούκ της Αιγύπτου. Προφανώς όχι για τη θηλυκότητά της αλλά για τη λεβεντιά και την κορμοστασιά της.

Τα όπλα

Ένα απόγευμα, όταν η Μαρίκα πήγε σπίτι λίγο για να ξεκουραστεί από τη δουλειά, βρέθηκε στην πόρτα της ο Τούρκος λοχίας Σατέν εφέντης.

«Ποιος καλός άνεμος σε έφερε ως εδώ Σατέν;», τον ρώτησε η Μαρίκα». Σκύβοντας το κεφάλι ο λοχίας της απάντησε πως είχαν έρθει για να της πάρουν το πιστόλι, όπως διέταξε ο διοικητής αστυνομίας, καθώς η οπλοφορία απαγορευόταν.

Παρόλα αυτά, ο λοχίας δεν πρόλαβε να ψάξει το σπίτι όπως τον συμβούλεψε η Μαρίκα. Η θρυλική αντρογυναίκα σηκώθηκε από τον καναπέ όλο θυμό και αφού βούτηξε τους δύο αστυνόμους από τους σβέρκους, τους χτύπησε κατακούτελα. «Ώστε θέλετε το όπλο της Μαρίκας  ; Να πείτε στον διοικητή σας πως το όπλο η Μαρίκα δεν το δίνει, γιατί το θέλει για να προστατευθεί! Άντε ξεκουμπιστείτε τώρα!», είπε και τους πέταξε στον δρόμο.

Το Τρίγωνο της Μαρίκας

Το μόνο που έμεινε σήμερα να θυμίζει την πάλαι πότε ένδοξη αυτοκρατορία των θρυλικών αντρογυναικών της Λεμεσού, είναι το λεγόμενο Τρίγωνο της Μαρίκας. Εκεί στέκει ολόρθο και επιβλητικό το εξοχικό των δύο γυναικών, που σήμερα είναι γνωστό ως Σπίτι των Ανέμων.