Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Δυο μέρες μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η Ελλάδα παρόλη την στρατιωτική της αναδιοργάνωση, αποφάσισε να αποστείλει στρατιωτική βοήθεια στην Κύπρο. Με την κωδική ονομασία, «Νίκη», το βράδυ της 21ης Ιουλίου προς τη 22α, απογειώθηκαν από τη Σούδα της Κρήτης 15 από τα 30 αεροσκάφη που θα έστελνε η Ελλάδα.

Σύμφωνα με τις πηγές, δόθηκε στην Κύπρο το σήμα «Έρχονται 15 πορτοκαλιά». Στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, ο λόχος των Κύπριων ΛΟΚατζήδων ετοιμαζόταν να υποδεχτεί τα Νοράτλας και για αυτό καθάριζε τον δίαυλο του αεροδρομίου από τα εμπόδια που είχαν τοποθετήσει για να αποφευχθεί η προσγείωση τουρκικών αεροσκαφών. Ο κύριος Γιώργος Παπαλουκάς που υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία ως Καταδρομέας θυμάται ξεκάθαρα, πως είχαν ενημερωθεί για την άφιξη των Νοράτλας.

«Εμείς καθαρίζαμε τον δίαυλο για να μπορέσουν να προσγειωθούν και απ’ έξω δεν είχαν ιδέα. Εκεί που περιμέναμε, ακούσαμε πυρά. Τα Νοράτλας άρχισαν να πέφτουν. Ποτέ δεν μάθαμε γιατί. Αφού εμείς γνωρίζαμε, οι έξω γιατί δεν ήξεραν;».

«Σαν τα αρνιά στη σφαγή»

Ο Γιώργος Παπαλουκάς γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μπέλλα-Πάις. Τη μέρα του πραξικοπήματος ήταν μόνο 18 χρονών και καταδρομέας στον στρατό. Είχε ήδη καταταγεί από τον Ιανουάριο του ιδίου έτους. Εκείνο το πρωί έγινε σύνταξη μονάδας, ο λοχαγός τους έκανε καψώνι και τους είπε να μαζευτούν. Δεν παραξενεύτηκαν μεταξύ τους, γιατί ο λοχαγός τους ήταν αυστηρός έτσι κι αλλιώς. Περιμένοντας το ΚΨΜ να ανοίξει χτύπησε συναγερμός και έτρεξαν στη μονάδα. Εκεί τους είπαν να μεταφέρουν πυρομαχικά και τους συγκέντρωσαν. Ο διοικητής δεν τους είπε που πάνε, αλλά επέμενε

«Εκεί που θα πάμε προς Θεού! Μην ρίξετε πάνω σε άνθρωπο!».

Ο Γιώργος Παπαλουκάς θυμάται πώς οδήγησαν τους στρατιώτες στο Πραξικόπημα, χωρίς να έχουν ιδέα πού πάνε και τι θα κάνουν, «σαν τα αρνιά στη σφαγή».

Άσκηση των καταδρομέων τον Φεβρουάριο του ΄74.

Το πρωί της κόλασης

Μέχρι τη μέρα της εισβολής η κατάσταση ήταν χαοτική. Ο λόχος του Γιώργου βρέθηκε στο Αεροδρόμιο Λευκωσίας. Προτού ξημερώσει η 20η Ιουλίου ο διοικητής του, Κατσάνης, του έδωσε ένα κιβώτιο σφαίρες και δύο καλάσνικωφ για να τα μεταφέρει σε άλλους στρατιώτες. Μόλις τα παρέδωσε, άκουσε μια δυνατή έκρηξη.

«Τα αεροπλάνα ήταν υπερηχητικά και δεν τα έβλεπες. Χτυπούσαν και μετά το άκουγες. Είναι αυτό που λέμε ο φόβος φέρνει κόλαση. Αμέσως έτρεξα, υπήρχε μία περίφραξη σχεδόν 3 μέτρα, πήδηξα ούτε εγώ ξέρω πώς. Έτρεξα στο υπόστεγο. Την πρώτη βόμβα οι Τούρκοι την έριξαν στο στρατόπεδο των Η.Ε.  Ο ειρηνευτής θίχτηκε και άρχισε να βάλει εναντίον τους. Τόσο άστοχοι ήταν. Ανεβήκαμε στην ταράτσα με τα κοντά παντελόνια, εντελώς ακάλυπτοι. Με ό,τι όπλα είχαμε ρίχναμε στα αεροπλάνα. Αυτά κατέβαιναν, πολυβολούσαν και ξανά απ’ την αρχή».

Ο κύριος Παπαλουκάς παρέμεινε στο αεροδρόμιο τυχαία. Τη μέρα της 20ης Ιουλίου και αφού έβγαλε τη σκοπιά του, βρήκε ένα εγκαταλελειμμένο αεροπλάνο και έγειρε μέσα να κοιμηθεί, αφού τις προηγούμενες πέντε μέρες τις είχε βγάλει σχεδόν άυπνος. Τον ξύπνησε ο Δημήτρης Ξύστρας, που ήταν μαζί του στον λόχο, γιατί τον έψαχναν να τον στείλουν Κερύνεια. Δεν τους πρόλαβε όμως.

Μόλις σηκώθηκε οι Τούρκοι άρχισαν να βάλουν και να βομβαρδίζουν εναντίον τους ασταμάτητα. Μαζί με άλλους 5-6 στρατιώτες κρύφτηκαν σε ένα μεγάλο θάμνο. Όταν πέρασε η παράνοια αυτή, συντάχθηκε με τους υπόλοιπους στρατιώτες.

«Εμείς ξέραμε πως θα έρθουν τα Νοράτλας»

Λίγο πριν νυχτώσει είδε μπετονιέρες να δουλεύουν μανιωδώς, προσπαθώντας να επιδιορθώσουν τις τρύπες που είχαν δημιουργηθεί στον εφεδρικό δίαυλο. Υπήρχε ήδη η πληροφορία πως θα έρθουν τα ελληνικά αεροπλάνα. Γύρω στις 09:00 ήρθε ο λοχαγός τους Κότσαλης και τους είπε πως θα έρθουν καταδρομείς από την Ελλάδα και θα πρέπει να καθαριστεί ο δίαυλος από τυχόν εμπόδια.

«Είχαμε σκόπιμα εμπόδιο στους διαύλους για να μην κατεβούν Τούρκοι. Εντωμεταξύ ήταν θεοσκότεινα κι εμείς αναρωτιόμασταν πώς θα κατεβούν τα αεροπλάνα. Γύρω στις 12:00 ο λοχαγός μας είπε να ακροβολιστούμε στον δίαυλο και να περιμένουμε τους καταδρομείς για να τους βοηθήσουμε. Έτσι και κάναμε. Χωρίς να σκεφτούμε πως οποιοδήποτε αεροπλάνο ξεφύγει της τροχιάς του θα μας θέριζε. Κάποια στιγμή ακούσαμε βουητά και ταυτοχρόνως καταιγισμό πυρών! Έξω από το αεροδρόμιο, πολυβόλα. Βλέπαμε φωτιές! Μέσα σε αυτό το κακό τροχοδρομήθηκε το πρώτο αεροπλάνο, μετά το δεύτερο, μετά το τρίτο. Οι καταδρομείς έπεφταν κάτω πριν ακόμη σταματήσουν τα αεροπλάνα. Είδα καταδρομείς να υποβαστάζουν τραυματισμένους, Γύρω στις 04:00 το πρωί είχε τελειώσει η κάθοδος των αεροπλάνων. Τις έξω μονάδες δεν τις ενημέρωσε κανείς. Κι έτσι ρίξανε το Νίκη 4. Εμείς να φανταστείς, δεν ξέραμε τίποτα. Την επόμενη μέρα μάθαμε πως έπεσε το αεροπλάνο. Από εμάς δεν έφυγε ούτε μία σφαίρα. Εμείς ξέραμε, τι έγινε έξω δεν ξέρω».

Ο κύριος Γιώργος συνέχισε να πολεμά ως καταδρομέας καθ’ όλη τη διάρκεια της εισβολής. Μόλις το κακό «πέρασε», βρέθηκε στο Σταυροβούνι.

Το υπόλοιπο της θητείας του το πέρασε ως καψιμιτζής.

*Το παρόν κείμενο βασίζεται στη μαρτυρία του Γιώργου Παπαλουκά. Πρόκειται για προσωπικά βιώματα και για αυτόν τον λόγο απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση, ολική, μερική ή περιληπτική αναπαραγωγή, η κατά παράφραση ή διασκευή των κειμένων που περιέχονται στο website με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του κύριου Γιώργου Παπαλουκά.