-Η συγκλονιστική εξομολόγηση του γιου του δολοφονηθέντος από την ΕΟΚΑ Β’, Ηλία Πελαβά, στον Κυπριακό Χρονογράφο-

Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1974 μία τραγική είδηση βρήκε τη Στυλιανή Πελαβά στη Λευκωσία που έμενε προσωρινά, βοηθώντας τη λεχώνα κόρη της. Γύρω στο σούρουπο της ανακοίνωσαν κάτι τραγικό. Η Στυλιανή Τούμπα-Πελαβά, πρόσφυγας από το Αργάκι της Μόρφου, δεν άντεξε στο άκουσμα της είδησης. Μια σπαραχτική κραυγή συνόδευσε το βίαιο σκίσιμο των σκουλαρικιών από τα αυτιά της. Την ίδια στιγμή, στο καφενείο της Λάνιας, ο Νίκος Πελαβάς, καθόταν μόνος του σε ένα πεζούλι. Ένας χωριανός τον πλησίασε και παίρνοντας θάρρος του είπε «Νίκο, θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε, θα μπορούσε να είναι ο καθένας στη θέση σου, σχετικά με αυτό που συνέβη στη Λέμεσό». «Και τι συνέβη ρε φίλε;», ρώτησε ο Νίκος Πελαβάς. Ο χωριανός δεν κόμπιασε. «Ο πατέρας σου. Εκτέλεσέν τον η ΕΟΚΑ Β’, στο συλλαλητήριο της Λεμεσού».

 

Στα μέσα Σεπτεμβρίου βρέθηκα στο σπίτι του Νίκου Πελαβά. Είναι το πέμπτο παιδί της οικογένειας και σήμερα ζει με τη δική του οικογένεια στη Μακεδονίτισσα. Αν και το θέμα για το οποίο θα μου μίλαγε, ήταν κυριολεκτικά «βαρύ και ασήκωτο» παρόλα αυτά με υποδέχτηκε στο σπίτι του με ένα τεράστιο χαμόγελο και μία όρεξη να μου «τα πει όλα» όπως δήλωνε. Και όντως, η γλαφυρή περιγραφή του για τα παιδικά του χρόνια, την εισβολή, την προσφυγιά και την αδίστακτη και άδικη δολοφονία του πατέρα του, ήταν εκείνα τα «όλα» που θα άκουγα εκείνο το βράδυ.

«Το μεροκάματο που δεν ήρθε ποτέ»

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1974 είχε προγραμματιστεί μεγάλο συλλαλητήριο υπέρ του Μακαρίου και της Δημοκρατίας στη Μητρόπολη Λεμεσού. Η οικογένεια Πελαβά, δεν είχε σκοπό να παρευρεθεί. Πρόσφυγες από το Αργάκι της Μόρφου, είχαν βρει προσωρινή κατοικία στη Λάνια της Λεμεσού.

Εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, ο Ηλίας Πελαβάς –πατέρας και σύζυγος – έπαιρνε τον καφέ του στην πλακόστρωτη αυλή του σπιτιού που τους φιλοξενούσε. Την ίδια στιγμή επέστρεφαν από τη Λευκωσία, που είχαν πάει για να επισκεφθούν τη λεχούσα αδελφή τους, οι δυο του γιοι· Νίκος και Ανδρέας.

«Εν επρόλαβα να φκω που την τουαλέτα που εμπήκα για να πλυθώ και ώσπου να φκω ο παπάς μου με τον αρφό μου ήταν άφαντοι. Έμαθα μετά, πως οι χωριανοί της Λάνιας εζητήσαν του να τους πάρει στο μεγάλο συλαλλητήριο της Λεμεσού. Επήεν για να φκάλει ένα μεροκάματο, 30 σελίνια· ένα σελίνι ο καθένας. Τσείντο μεροκάματο, εν ήρτεν ποττέ σπίτι», μου αφηγήθηκε ο γιος του Νίκος, που έμεινε πίσω στη Λάνια μόνος.

Ο Ηλίας Πελαβάς ξεκίνησε για τη Λεμεσό μαζί με τον γιο του κι άλλους 30 χωριανούς – Λανίτες και πρόσφυγες. Αν και δεν ήξερε καλά την περιοχή, τον καθοδήγησε ένας Λανίτης, στάθμευσε κοντά στη Μητρόπολη και κατέβηκε μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο προς τη διαδήλωση.

«Ο κόσμος ήταν πολύ ενθουσιασμένος για το συλλαλητήριο της 29ης Σεπτεμβρίου. Τη μέρα εκείνη ήταν Κυριακή, πήγα εγώ στη Λευκωσία, είδαμε τη Μαρία που γέννησε και τη μάμα μου και επιάσαμε ταξί να επιστρέψουμε. Στο ταξί είπα του αρφού μου μεν πας στο συλλαλητήριο γιατί θα γίνουν φασαρίες. Θα γινόταν στη Λεμεσό το απόγευμα. Υπήρχε ακόμη η έξαρση της ΕΟΚΑ Β’ δεν τους έφτανε που οι Τούρκοι πήραν τη μισή Κύπρο. Ο αδελφός μου δεν μου απάντησε. Ο Αντρέας ήταν πιο μεγάλος μου. Και φτάσαμε στη Λάνια. Θυμάμαι ο πατέρας μου είχε το λεωφορείο έξω από το χωριό. Μέχρι να μπω στην τουαλέτα και ν α βγω έξω κάποιος φώναξε του πατέρα μου να πάρει κόσμο στο συλλαλητήριο και είχαν φύγει. Εγώ ούτε τον είδα. Και μαζί του πήγε και ο αδελφός μου ο Αντρέας. Πήγε για να κάμει ένα μεροκάματο. Ήταν να του δώκουν που ένα σελίνι. Πήγε για 30 σελίνια».

Ο ίδιος βέβαια ποτέ δεν εξέφρασε κάποιο πολιτικό πιστεύω. Στη Λεμεσό έφτασε για ένα μεροκάματο.

«Το συλλαλητήριο είχε χιλιάδες κόσμο, δεν είχε τόπο να παρκάρεις τα αυτοκίνητα. Ο πατέρας μου πάρκαρε έξω από τη Μητρόπολη Λεμεσού. Εκεί μόλις πάρκαρε άρχισαν να πυροβολούν προς τη Μητρόπολη για εκφοβισμό. Ο κόσμος αντί να διαλυθεί, μαζεύτηκε. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν. Ο πατέρας μου πήγε να πάρει το λεωφορείο. Του είπαν “άφηστο γιατί μπορεί να σου κάμουν κακό”. Ο παπάς μου απάντησεν τους “εγώ εν να το πιάσω το λεωφορείο γιατί μπορεί να μου το κάψουν και εν έχω άλλο τρόπο να μεγαλώσω τα παιδιά μου”. Του το παν τρεις φορές και τις τρεις αρνήθηκε. Όταν μπήκε μέσα στο λεωφορείο, ξεκίνησε και επήε να βάλει όπισθεν και όπως έκαμεν αριστερά, είπεν μου το ένας χωριανός μου εμένα, επήεν κάποιος και τον εκτέλεσε εν ψυχρώ. Δεν τον πυροβολήσανε τυχαία κι αυτό το πράγμα το έμαθα 20 χρόνια μετά. Το έκαναν για εκδίκηση. Δεν έμαθα ποιος ήταν. Υπάρχει ο φάκελός του αλλά δεν υπήρχαν μαρτυρίες. Υπήρχε κόσμος αλλά δεν μίλησε. Και δεν την επροχώρησε η αστυνομία όπως έπρεπε. Δεν πήγαν δικαστήριο».

Ο αδελφός μου είδε τη δολοφονία. Ήταν κοντά και είδε. Το πόδι του πατέρα μου έμεινε στο πετάλ και το λεωφορείο πήρε φωτιά από τα λάστιχα. Με δύο σφαίρες τον σκοτώσανε. Μία εδώ, στο χέρι, και μία κάτω από το λαιμό.

Ήταν άδικο. Ο πατέρας μου έπεσε αιμόφυρτος. Διαλύθηκε ο κόσμος, ήρθε το ασθενοφόρο πήρε τον παπά μου στο Νοσοκομείο. Εκεί ήταν ένας γιατρός από το Μόρφου επί καθήκοντι και διαπίστωσε τον θάνατο. Μετά από κάποια ώρα εφώναξε τον θείο μου και είπεν του πως ήταν η κατάσταση. Ο Ανδρέας δεν είπε τίποτα. Αλλά ήταν απαρηγόρητος. Εγώ ήμουν στο χωριό».

Η κηδεία του Ηλία Πελαβά έγινε στην Έγκωμη και κινηματογραφήθηκε από τον Μιχάλη Κακογιάννη, ως μέρος της ταινίας «ΑΤΤΙΛΑΣ ‘74».

Ηλίας Πελαβάς

Ο Ηλίας Πελαβάς γεννήθηκε στο Αργάκι της Μόρφου στις 20/7/1919 σε μία πολυμελή, αγροτική οικογένεια. Δεν φοίτησε πολλά χρόνια στο δημοτικό και στην Τετάρτη το εγκατέλειψε, προκειμένου να εργαστεί.

«Ο πατέρας μου ήταν οδηγός λεωφορείου, πριν να τον δολοφονήσουν, αλλά από την αρχή ήταν οδηγός λεωφορείου στη CMC – την Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία. Η μητέρα μου ήταν οικοκυρά και παράλληλα εργάτρια στο χωράφι. Είχαμε την τιμή να έχουμε ωραίους γονείς. Ήταν και οι δύο ωραίοι».

Αρχικά, εργάστηκε στην Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία ως εργάτης όμως όταν η εταιρεία συνειδητοποίησε το πάθος του για τα αυτοκίνητα τον εκπαίδευσε για να γίνει οδηγός. Έτσι ξεκίνησε να εργάζεται επίσημα ως οδηγός της CMC και να μεταφέρει εργάτες.

Στα 26 του παντρεύτηκε τη Στυλιανή Τούμπα και μαζί έφτιαξαν μία οικογένεια με έξι παιδιά: τρία αγόρια και τρία κορίτσια. Φεύγοντας από την εταιρεία ο Ηλίας Πελαβάς, πήρε το δικό του λεωφορείο και εκτελούσε τη γραμμή Αργάκι-Μόρφου, εξυπηρετώντας τους κατοίκους του χωριού του.

«Καμιά φορά όταν μου ζητάνε τα παιδιά μου να τους περιγράψω τη ζωή στο χωριό μου τους λέω πως λυπούμαι που δεν πέρασαν τα χρόνια που πέρασα εγώ σε εκείνο το χωριό. Ένα χωριό μεγάλο, πολλοί κάτοικοι, πολλοί κάμποι, πολλά χωράφια. Ένα χωριό με εξαιρετικούς κατοίκους, οι οποίοι είχαν ένα υπέροχο χαρακτηριστικό: δεν τους ένοιαζε το πολιτικό σου πιστεύω. Ένας αριστερός έτρωγε με έναν δεξιό. Στις εκδηλώσεις ήταν όλοι μαζί. Στο χωριό επίσης υπήρχαν Τ/Κ, περίπου 80. Τούτοι οι ανθρώποι δεν είχαν διαφορά μαζί μας. Δεν υπήρχε διχασμός στο Αργάκι».

«Εξυπηρετούσε το χωριό, ειδικά τη μαθητιώσα νεολαία. Ήταν μεγάλο χωριό το Αργάκι, είχε πολλούς μαθητές που φοιτούσαν στα γυμνάσια του Μόρφου το 80-90% και ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος οδηγός και έκανε τη γραμμή Αργάκι-Μόρφου. Εξυπηρετούσε όμως και με διάφορους, άλλους τρόπους. Ο πατέρας μου έφερνε τα ψωμιά για παράδειγμα από τη Μόρφου. Ή έπαιρνε ψωμιά στα στρατόπεδα της Μύρτου και της Πεντάγυας. Αλλά το βασικό καθήκον του ήταν η γραμμή Αργάκι-Μόρφου. Όμως παράλληλα είχαμε κάτι χωράφια και έπρεπε να τα περιποιηθούμε και εμείς τους βοηθούσαμε».

Ο Ηλίας Πελαβάς διέσχισε τη μισή Κύπρο με το λεωφορείο του, ακόμη κι όταν έφτασε η στιγμή της προσφυγιάς. Εκείνη τη 14η Αυγούστου, όταν υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το χωριό με την οικογένειά του, έθεσε το λεωφορείο του στην υπηρεσία των χωριανών ακόμη μια φορά.

«Ο πατέρας μου δεν ήταν σε κανένα πολιτικό χώρο. Αυτή είναι η μεγάλη αδικία. Αυτός ο άνθρωπος δεν μίλησε ποτέ για κανένα. Ούτε για τον Α ούτε για τον Β. Ήταν ένας άνθρωπος που μόνη του έννοια ήταν να μεγαλώσει τα παιδιά του και να μην ενοχλεί κανένα. Να εξυπηρετήσει τον τελευταίο χωριανό, μπορεί κάποιος να ήθελε κάτι από τη Μόρφου και ο παπάς μου έτρεχε να του το φέρει».

Προκειμένου μάλιστα να χωρέσουν όλοι όσοι είχαν μείνει πίσω, τα δυο του αγόρια, ο Νίκος κι ο Ανδρέας, ανέβηκαν πάνω στην καμπίνα του λεωφορείου. Οι θέσεις του αμαξιού επίσημα ήταν 29· εκείνη τη νύχτα, ο Ηλίας Πελαβάς με σβηστά τα φώτα μετέφερε ως τη Λάνια 66 ψυχές.

Ήταν το τελευταίο θύμα της ΕΟΚΑ Β’. Τι κι αν είχε γλυτώσει από το πραξικόπημα και την εισβολή; Στις 29 Σεπτεμβρίου 1974, οδηγώντας την περιουσία του για να μπορεί να ταΐσει την οικογένειά του, η ΕΟΚΑ Β’ τον πλησίασε και τον εκτέλεσε εν ψυχρώ.

Είκοσι τρία χρόνια μετά τον τραγικό του θάνατο, ο Δήμος Έγκωμης την 1η Οκτωβρίου 1997 έδωσε το όνομα του Ηλία Πελαβά σε έναν δρόμο της Έγκωμης.