«Μου άρεσε», αρχίζει ο Β.Φ. –σε μια εποχή που οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε αθωότητα–, «να μένω στο σπίτι του παππού μου, του Ανδρέα». Ανάμεσα στους ξυλοκόπους της Καραμανιάς και σ’ ένα «αμάν» τρεμάμενο της ψυχής, μια ανεπαίσθητη έκφανση του προγονικού τόπου, που φάνηκε ωστόσο ικανή να πυροδοτήσει το ανθρώπινο συναίσθημα, γίνεται αμέσως γενεσιουργός πράξη νοηματοδότησης του κόσμου.

H κληματαριά προς τη μεριά που ασημίζει το «θαλασσάκι» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σωστή προέκταση του χώρου, προς τoν καημό Ιωνίας. Κι ό,τι κρατά ίσως στα χέρια του ο άνθρωπος είναι οι μνήμες οι παιδικές, οι αγαπημένες και εξωραϊσμένες από την απόσταση του χρόνου, που έρχονται να μερώσουν στην αγκαλιά μιας πικρής πατρίδας, μακρινής όσο και κοντινής: Σμύρνη-Γιαλούσα και στο ενδιάμεσο ένας συρφετός από δώματα καταποντισμένα, ανίκανα να προσανατολιστούν σε μια αλήθεια, μακριά από τον κόσμο της φθοράς.

Υπάρχει, όμως, και μια απέραντη σιωπή που συμβαίνει –έμπλεη μέσα στην ανθρώπινη δημιουργικότητα και χωρίς καμιά υστεροβουλία– να αναδύεται από τους ήχους μιας κατανυχτικής βαθιάς φωνής ή και μιας νότας ή στίχου με τον τρόπο του Μάνου, του Μίκη ή του Στέλιου και που κουβαλά μέσα της, σχεδόν ακούσια, ψήγματα παραδείσου σε καιρούς ανυπόφορους.

Κι εκεί, δίπλα από τον άνθρωπο Ρωμιό, άνθρωποι άλλοι. Μέσα στους απολιθωμένους κήπους της ξενιτιάς με τις οπώρες της αγωνίας να αφθονούν, ο βαρύς ίσκιος κάποιου σκοτεινού καρπού, που επαχθώς θέτει η ίδια η ανάγκη, πέφτει ακριβώς στο επίκεντρο της ύπαρξης.

Φυλλομετρώντας τον εκπατρισμό, έτσι όπως υπερβαίνει τις εφήμερες βιοποριστικές συνθήκες και γίνεται πρόβλημα της ανθρώπινης υπόστασης, ο Β.Φ. αναμετρά µε οδύνη την απόσταση που χωρίζει δύο τρόπους ζωής που δεν θα συναντηθούν ποτέ.

Η είσοδος στον φωταγωγημένο κόσμο του Μάργκεϊτ μεταφράζει σε άπταιστα αγγλικά τη σκοτεινή όψη του νόστου. Η «κοινωνούμενη» ύφανση μιας αφήγησης, της οποίας τα νήματα κινούνται με αφοπλιστική αμεσότητα και που σχεδόν ασυμβίβαστα επαναφέρουν τις θεμελιώδεις κοινωνικές προκλήσεις της κάθε χώρας και της κάθε εποχής στο προσκήνιο.

Απέναντι από τα φερέπονα χνώτα μιας πόλης ξένης, ορθώνεται ακαριαία το φρόνημα ενός οικείου τραγουδιού. Την ανατροπή των συμβάσεων της λογικής, που κρύβουν μέσα τους δυο τρεις στίχοι περιχαρακωμένοι σε νότες ώστε να σηκώνουν πανί και να ταξιδεύουν, μόνο η ίδια η μουσική την πετυχαίνει. Με τα τραγούδια φτάνει κανείς οπουδήποτε, φτάνει να είναι «δυστυχισμένος».

Γιαλούσα, Μάργκεϊτ, Λονδίνο, Θεσσαλονίκη, Λευκωσία. Πότε με τα μάτια ενός μικρού παιδιού που χάνει τον κόσμο μέσα από τα χέρια του, πότε ενός εφήβου που ζει στην μπόχα ενός παρακμιακού κόσμου, πότε ενός νέου που επιθυμεί την πατρίδα του και πότε ενός ώριμου άνδρα που δεν έχει να ελπίζει σε τίποτα πια.

Στη σύλληψη ενός τόπου, όπου η χαρά και η θλίψη διεκδικούν ισότιμα τα δικαιώματά τους, οι εικόνες, όπως και τα νοήματα, κυκλοφορούν ως πρόσωπα δρώντα και ζωντανά. Μπροστά σ’ έναν «βιογράφο» κοινωνιών, συμβαίνει να συμπίπτουν πάντοτε οι πιο ανεπαίσθητες αποκλίσεις της πραγματικότητας με τα περιγράμματα των προσώπων, των καταστάσεων και των συμπεριφορών. Απ’ εκεί κι από τη χαραμάδα της κάθε εποχής ξεπροβάλλουν οι ατελείωτοι μαίανδροι της ανθρώπινης πνοής, μέσα από τους οποίους ο Β.Φ. συν-ανασαίνει.

«Χρυσή μου μνήμη», παραφράζοντας λίγο τον Μπρετόν, «αν υπάρχει κάτι που αγαπώ σε σένα, είναι ότι δεν ξεχνάς τίποτε». Κι αν στη ζωή υπάρχουν οι πλούσιοι και οι φτωχοί των βιωμάτων, η ανάπλαση της πραγματικότητας με ένα κολοσσιαίο ποσοστό λεπτομέρειας ενσαρκώνει μια εγκυρότητα που όχι μόνο παραπέμπει σε μια παρελθούσα πραγματικότητα, αλλά που υποψιάζεσαι ότι αυτή παραμένει ακόμα ζωντανή. Η αφειδής απόδοση ενός βλέμματος, μίας κίνησης, μίας γκριμάτσας ή ενός αναστεναγμού, που δεν πέρασε απαρατήρητη, πλευρίζει πότε δυσάρεστα και πότε ευχάριστα τα γεγονότα, με τρόπο που αποτελούν από μόνα τους μια ευρυχωρία της μνήμης.

Πάνω στο σημείο όπου αφυπνίζεται η ανθρώπινη δραστηριότητα ως βασική λειτουργία της καθημερινότητας, οι κοινωνίες είτε ανθίζουν είτε μαραίνονται. Κι αν τα τραγούδια της την κοσμούν, σημαίνει, σε μια άλλη πλέρια και ανόθευτη μορφή, ότι επιτυγχάνει να ευδοκιμήσει στο κάλλος. Αν επωάζει στο ψεύδος, τότε στριφογυρίζει ανώφελα στη δίνη των αναμνήσεων που την ονομάζει κιόλας «κληρονομιά» και πεθαίνει.

Μικρές ιστορίες ενός ανθρώπου που χρόνια ολόκληρα «γεμίζει έναν χώρο με εικόνες» –παραφράζοντας τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες– από το χωριό του, τα αθύρματα, τους συγγενείς, την ξενιτιά, τα ζώα, τις φιλίες, τις σχέσεις του, για να ανακαλύψει στο τέλος ότι «μέσα σ’ αυτόν τον υπομονετικό λαβύρινθο από τις γραμμές» της ζωής του δεν διαγράφεται τίποτε άλλο παρά απλώς ένας… ήχος.

Ας ξεκινήσει το τραγούδι…

Α.Χ.

Εκ των αντιθέτων η αρμονία

 

Σήκω, ψυχή μου, δώσε ρεύμα…

Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια
και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια
κι όμως εσύ δεν μας ακούς.

Δεν μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές.

Ο πατέρας μου ο Μπάτης (απρόσιτη μητέρα, μορφή από χώμα και ουρανό)
ήρθε απ’ τη Σμύρνη το ’22 ( θα χαθώ απ’ τα μάτια σου τα δυο)
κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)
σ’ ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ’ ένα κατώι μυστικό).

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)
τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί, του λόγου σου οι πιστοί)
κι οι πόθοι τους ακολουθούνε (κι οι πόθοι τους ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)
υπόγεια διαδρομή.

Χθες το βράδυ είδα έναν φίλο
σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσυκλέτα
και πίσω τρέχανε σκυλιά.

Σήκω, ψυχή μου, δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)
βάλε στα όργανα φωτιά (βάλε στα όργανα φωτιά)
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά, να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα)
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερή μας η λαλιά).

Αν έχετε ποτέ διαβάσει Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θα σας έχουν κάνει εντύπωση οι φανταστικοί χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του· όντας πάντα υπερβολικοί, ξεπερνούν κάθε όριο ρεαλισμού, χωρίς όμως να προκαλούν τα όρια της φαντασίας. Ο «μαγικός ρεαλισμός» του Μάρκες οφείλεται σε αυτούς.

Αν από την άλλη έχετε ποτέ διαβάσει Βάσο Πτωχόπουλλο, θα σας έχουν κάνει περισσότερη εντύπωση οι πραγματικοί χαρακτήρες του συγγραφικού του έργου· άνθρωποι που δεν αποτελούν επινοήματα της φαντασίας του καταφέρνουν να είναι υπερβολικοί και να ξεπερνούν κάθε όριο ρεαλισμού εξίσου, με τη διαφορά πως όχι μόνο προκαλούν τα όρια της χολλυγουντιανής φαντασίας, αλλά με τη συμπεριφορά τους δημιουργούν έναν διαφορετικό «μαγικό ρεαλισμό» από αυτόν του Μάρκες. Τέτοιον που η απτή του πραγματικότητα σε μαγεύει, όχι γιατί είναι κύημα της φαντασίας του συγγραφέα, αλλά γιατί είναι πραγματικοί χαρακτήρες.

Το τελευταίο του βιβλίο, λοιπόν, ξεχειλίζει από τέτοιου είδους χαρακτήρες. Το Περιπλανώμενος Δυστυχισμένος αποτελείται από πολλές μικρές αυτοτελείς ιστορίες, συνοδευόμενες από τραγούδια που έχουν επηρεάσει και τον ίδιο και τους συντρόφους του στη ζωή. Χωρισμένο σε πέντε ενότητες, εξιστορεί βιώματα και πάθη σε πέντε πόλεις της Ελλάδας και της Μ. Βρετανίας· Γιαλούσα-Margate-Λονδίνο-Θεσσαλονίκη-Λευκωσία.

Χωρίς να χρειάζεται να παρουσιάσω την πλοκή των βιωμάτων του Βάσου (είναι πολλά και δύσκολα να παρουσιαστούν, φιλούιν μου), αυτό που δεν θα παρέλειπα να τονίσω είναι πως μέσα από τις λαϊκές και σκαμπρόζικες αφηγήσεις του, γνωρίζουμε άλλους κόσμους, διαφορετικούς, συναρπαστικά περίπλοκους. Έναν άλλον κυπριακό Ελληνισμό, τόσο διαφορετικό από αυτόν που βιώνουμε σήμερα. Γιαγιάδες και παππούδες με μικρασιάτικες ρίζες, Κύπριοι μετανάστες στις Αγγλίες, όμορφες Κυπριοπούλες με καθαρά τα κυπριακά χαρακτηριστικά –μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά, που λέει κι ο ποιητής–, γυναίκες με ανάστημα ψυχικό ψηλότερο κι απ’ των συζύγων τους, που αποτελούν μέρος του πολιτισμού μας, όλοι μαζί αποδεικνύουν ποιοι πραγματικά ήταν οι Κύπριοι του προηγούμενου αιώνα, πώς έμοιαζαν και πώς συμπεριφέρονταν είτε στον ίδιο τους τον τόπο είτε μίλια μακριά στην ξενέρωτη Αγγλία. Ερχόμαστε επίσης και σε επαφή με τους κατοίκους της ψυχρής αυτής νήσου, έναν ολόκληρο πολιτισμό τόσο διαφορετικό από τον δικό μας, μα και με άλλους μετανάστες της εποχής – Ασιάτες και Αφρικανούς που μάλλον βρίσκονται πιο κοντά στον ψυχικό μας κόσμο απ’ ότι οι Ευρωπαίοι.

Ουσιαστικά, μέσα από τις ιστορίες του, δημιουργείται ένα μωσαϊκό από χαρακτηριστικά της ζωής των ανθρώπων που μετανάστευαν, που λίγο πολύ θυμίζει ασπρόμαυρη ταινία. Σκληροί χαρακτήρες που μπλέκουν σε καυγάδες, ενώ την ίδια στιγμή κλαίνε σαν μωρά για κάποια γυναίκα που τους «κατέστρεψε», μεθύστακες κάθε λογής και ξένοι που ελληνοποιούνται. Μια Γιαλούσα ελληνική που αντικατοπτρίζει ολόκληρη την κατεχόμενη Κύπρο μας, μια Αγγλία που δεν αφομοιώνει εύκολα τους ξένους της, μια Θεσσαλονίκη-μάνα που αγκαλιάζει όλους της γης τους πρόσφυγες και μια Λευκωσία που θυμίζει έφηβη σε έξαρση, με σουρεάλ χαρακτήρες.

Γλώσσα απλή και αθυρόστομη, χωρίς εκπτώσεις στην περιγραφή και στις λεπτομέρειες, προφανώς συνοδευόμενη από το αστείρευτο χιούμορ του κ. Πτωχόπουλλου, συμβάλλει ακράδαντα στο να ζωντανεύσουν μπροστά μας οι εποχές που περιγράφει.

Βέβαια, από το βιβλίο δεν στερούν τη συντροφιά τους οι μεγάλοι μας καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένοι (ξένοι που κατά βάθος είναι λίγο Έλληνες), που με τα τραγούδια τους συντροφεύουν όλες αυτές τις περίεργα γοητευτικές ιστορίες. Καζαντζίδης, Τσιτσάνης, Άκης Πάνου, Kinks, Rolling Stones και άλλοι τόσοι με τους στίχους τους δίνουν περισσότερο νόημα στις περιγραφές του.

Αν, λοιπόν, πέσει στα χέρια σας, να είστε σίγουροι πως πρόκειται για ένα βιβλίο-παζλ ανθρώπινων σχέσεων, «ανδρωπινών» κι όχι φλώρικες, που δεν τσιγκουνεύονται ούτε τα συναισθήματα ούτε τις παράτολμες πράξεις.

Υ.Γ.: Φιλούιν μου, στην αρχή του κειμένου παρέθεσα το «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια», γιατί θεωρώ πως δεν θα μπορούσε να λείπει κάποιο μεγάλο τραγούδι από την παρουσίαση του βιβλίου σου και γιατί αυτό έχω συνδέσει με τη δική σου ύπαρξη στη ζωή μου.

Να ’σαι πάντα καλά.

Ιλιάνα Κουλαφέτη

Στο πέμπτο ράφι αριστερά