Μπορεί να φοίτησε μόνο μέχρι τη Γ’ Δημοτικού και να εξάσκησε σε όλη τη του ζωή το επάγγελμα του βοσκού, όμως ο Γιακουμής Ατσίκκος δεν χρειαζόταν πτυχία και περγαμηνές για να αποδείξει το αστείρευτο ποιητικό του ταλέντο. Γνωστός για το παίξιμο του πιδκιαυλιού αλλά και για την ποιητική του ικανότητα, ο Γιακουμής όχι μόνο κατάφερνε να αποσπά τα πρώτα βραβεία σε ποιητικούς διαγωνισμούς, αλλά ήταν και όνομα πρώτο και απαραίτητο για κάθε γλέντι γάμου και γιορτής.

Γεννημένος στις 14 Αυγούστου 1911 στη Λύση, μεγάλωσε και έζησε μέσα στα χωράφια. Πάντοτε στον μεσσαρίτικο κάμπο, τον συντρόφευαν εκτός από τα πρόβατα και τα σκυλιά και το πιδκιαύλι του που έφτιαχνε μόνος του.

Τα περισσότερα ποιήματά του είναι ερωτικά και εξυμνούν κυρίως τη φύση και την απλή ζωή των χωρικών και των βοσκών. Ωστόσο, μετά την προσφυγοποίησή του το 1974, ένα μεγάλο μέρος της ποίησής του αφορά την εισβολή, την προσφυγιά και τον ξεριζωμό.

Το 1975, ο βοσκός-ποιητής της Μεσσαρκάς, έγινε γνωστός και στο εξωτερικό όταν η δημόσια τηλεόραση τον ανακάλυψε και τον προέβαλε. Μάλιστα το 1983 μία ειδική εκπομπή του ΡΙΚ με θέμα τον Γιακουμή Ατσίκκο βραβεύθηκε σε ειδικό διαγωνισμό εκπαιδευτικών ραδιοφωνικών προγραμμάτων στην Ιαπωνία.

Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, «Το Ξερίζωμαν, 1983», «Το Φεγγάριν του Γεννάρη, 1985» και «Η Τελευταία μου κατάθεση, 1994». Άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Δεκεμβρίου 1995, με τον καημό της προσφυγιάς…

Έντεκα γρόνους ώς τωρά στην προσφυγιάν που ζιούμεν
νυχτοξημερωννούμαστιν τζι’ άγρυπνοι καρτερούμεν
να ξαναπάμεν έσσω μας, τζει κάτω να ταφούμεν.
Βρίσκουσιν τρόπους, κάθονται εις τες συνομιλίες,
μα λύσην ’εν ι-βρίσκουσιν, πιντώννουν τες αιτίες.
Οι ξένοι πάντα μάχουνται για το δικόν τους κκιάρι
τζιαι μας ’δα κάτω να τα βρουν ―πετσίν, τζι’ άλλοι τομάρι.
Όπου αγάπη τζι’ ο Θεός, οι πρωτινοί λαλούσι,
έτσι έχουν μιαν δύναμιν τζιαι τ’ άδικον νικούσι,
τούτ’ εν’ η στράτα η καλή, τζι’ ούλλοι μας να τη[ν] δούμεν,
ατ τ’ ’εν να λείψ’ η προσφυγιά τζιαι να ξαναστραφούμεν
στα σπίθκια μας που καρτερούν, τζι’ ειρήνικά να ζιούμεν