Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

«Εχω σκοπό να δείξω στην εξοχότητά σας τι μπορεί να κατορθώσει μια γυναίκα», έγραφε τον 16ο αιώνα η ζωγράφος Αρτεμισία Τζεντιλέσκι, σε έναν από τους πάτρονές της.

Ανάμεσα στις τόσες άλλες, ζωγράφους του Μπαρόκ, που μάλλον πολλοί δεν γνωρίζουν, ανέτρεψε τα δεδομένα της εποχής αποδεικνύοντας πως η τέχνη δεν αποτελεί αντρικό προνόμιο. Εκρηκτική, πρωτοποριακή και ασυμβίβαστη, υπερκέρασε οποιαδήποτε δυσκολία προσπάθησε να σταθεί τροχοπέδη στην αφηνιασμένη ανοδική πορεία της προς την αναγνώριση και την επιτυχία. Ήταν η πρώτη καλλιτέχνης που διοικούσε μεγάλο ατελιέ και κατάφερε να καταστήσει το όνομά της γνωστό δίπλα σε άλλα υπέρτατα ονόματα της εποχής, όπως αυτό του Καραβάτζιο.

Image result for αρτεμισια τζεντιλεσκι

Η Αρτεμίσια Τζεντιλέσκι, έγινε υπερβολικά γνωστή από την τόλμη να αποδίδει στον καμβά γυναικείες φιγούρες από τη Βίβλο που υπέφεραν. Ένα από τα γνωστότερα της είναι η Σουζάνα και οι πρεσβύτεροι, σκηνή από το Βιβλίο του Δανιήλ. Η Σουζάνα, λούζεται στο κήπο της όταν δύο πρεσβύτεροι κατασκοπεύουν τη γύμνια της κατά την ιδιαίτερα, προσωπική της στιγμή. Πριν κλείσει η σκηνή, αποφασίζουν με έναν εντελώς εκβιαστικό τρόπο να την απειλήσουν πως θα διαδώσουν παντού, ότι αυτή η στιγμή ουσιαστικά συνοδευόταν από την παρουσία κάποιου άλλου άντρα, εάν αυτή δεν ενδώσει στις δικές τους ιδιαίτερα προσωπικές στιγμές. Η Σουζάνα αποφασίζει να αρνηθεί, εάν και γνωρίζει πως η φήμη που πρόκειται να διαδώσουν, τιμωρείται με θάνατο και μόνο, καθώς η ίδια είναι ήδη παντρεμένη. Οι «καθώς πρέπει» γηραιοί διαδίδουν την ιστορία εκκινώντας την πορεία της προς το θάνατο, όταν ο Δανιήλ τους σταματάει.

Related image

Οι πίνακές της αποτελούν μία πρώτη έκφραση ισότητας σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Μέσα από αυτούς εκφράζουν την καθημερινότητά τους: φόβο και καταπίεση σε ένα πλαίσιο όπου είναι υποχρεωμένες να συμπεριφέρονται «όπως αρμόζει στο φύλο τους». Όπως ακριβώς επέβαλε ο περίγυρος να αποδώσει η Τζεντιλέσκι, την έκφραση της Σουζάνας στην σεξουαλική προσβολή των πρεσβυτέρων.

Τα χαρακτηριστικά του πίνακα, αποδίδουν όλα αυτά τα αποτρόπαια συναισθήματα που προκαλεί ένας βιασμός: η απότομη σύσπαση του κορμιού, η αποστροφή του προσώπου, η ντροπή, η βδελυγμία, η οργή. Οι πινελιές της είναι όσο ακαριαίες και οι αντιδράσεις μιας γυναίκας που ταπεινώνεται.

Η ίδια, προσπαθεί να προσεγγίσει την απόδοση της σκηνής μιας γυναίκας που δέχεται προσβολή. Και ζωγραφίζει αυτό που διαφαίνεται κάτω από τις ακτίνες x-ray. Μία γυναίκα, που διακατέχεται από τρομακτική, αποτρόπαια αγωνία κρατώντας στο ένα χέρι σφιχτά ένα μαχαίρι. Παρ’ όλα αυτά, ποιος ξέρει τι ή ποιος έπεισε την Αρτεμίσια να αλλάξει τη δυναμική του πίνακά της.

Κι έτσι στα χέρια μας έφτασε ο πίνακας μιας τρομοκρατημένης γυναίκας, που δεν έχει καμία δυνατότητα να αντιπαλέψει την προσβολή. Ωστόσο, οι γυναίκες της εποχής δεν μπορούν να αντικρύσουν μία τόσο αποτρόπαια εικόνα. Μία σεξουαλική παρενόχληση δεν «δύναται» να αποδοθεί με τόσο τρομοκρατικό τόνο και προφανώς μία γυναίκα δεν μπορεί να αποδοθεί ως έτοιμη να αντιδράσει σε αυτό. Πόσο μάλλον στην τέχνη του 17ου αιώνα. Οι γυναίκες οφείλουν να είναι γλυκές και «άκακες». Ό,τι κι αν τους συμβαίνει, πρέπει να παρουσιάζονται νέες και όμορφες. Για αυτό και άλλαξε τον πίνακα κι αυτός αποδόθηκε στον πατέρα της Οράτιο και όχι στην ίδια, παρά μόνο πρόσφατα. Ένας πίνακας θα αποκτούσε περισσότερη αξία αν προερχόταν από έναν άνδρα ζωγράφο παρά από μία άγνωστη καλλιτέχνη. Τα ψιλά γράμματα της Ιστορίας πίσω από τον πίνακα, είναι πως τον βιασμό τον βίωσε η ίδια, και τον απέδωσε όπως μια «γυναίκα που κρύβει στα στήθη της την ψυχή του Καίσαρα».

Η Αρτεμίσια Τζεντιλέσκι, χωρίς τύχη αλλά με πυγμή, κατάφερε να διεκδικήσει όσα ανήκαν στις γυναίκες ζωγράφους: αναγνώριση, υψηλή πελατεία, ανεξαρτησία και δύναμη. Μολονότι, δεν επαναπαυόταν και με πλήρη συνείδηση παραδεχόταν πως «το όνομα και μόνο μιας γυναίκας γεννά την αμφιβολία, πριν ακόμη δουν και κρίνουν το έργο της», η είσοδός της στον κόσμο της τέχνης, άνοιξε τους δρόμους για την είσοδο των γυναικών στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Και όχι ως «γυναίκες», αλλά ως υποκείμενα ανεξαρτήτως φύλου, υπερβαίνοντας το ιδιωτικό και την προσωπική ηθική.