«Το πτώμα της άτυχης ξεναγού βρέθηκε σε χωράφι έξω από το Παραλίμνι ενώ έφερε πολλαπλά τραύματα. Οι δολοφόνοι της άνοιξαν κυριολεκτικά το κεφάλι της στα δυο με ένα φτυάρι. Η άτυχη κοπέλα δέχθηκε ανελέητα κτυπήματα με φτυάρι, πέτρες και με μια πλαστική σωλήνα. Με τα δυο της χέρια προσπαθούσε μάταια να αμυνθεί στα κτυπήματα αυτά, τα οποία της άνοιξαν κυριολεκτικά το κεφάλι της».

Αυτή ήταν μία από τις περιγραφές που είχαν κατακλύσει τα κυπριακά πρωτοσέλιδα, τον Σεπτέμβριο του 1994. Το τραγικό έγκλημα που μόλις είχε αποκαλυφθεί, σόκαρε τη μικρή κοινωνία της Κύπρου. Ο λόγος: ανύπαρκτος. Απλώς τρεις μεθυσμένοι Βρετανοί που ήθελαν να «χτυπήσουν μια γυναίκα», όπως είχαν δηλώσει μεταξύ τους εκείνο το μοιραίο βράδυ της 16ης Σεπτεμβρίου. Η γυναίκα αυτή, έτυχε να είναι η Λουίζα Τζένσεν.

Το βράδυ της 16ης Σεπτεμβρίου, γύρω στις 04:00 τα ξημερώματα, ένας νεαρός σερβιτόρος από την Αγία Νάπα οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του. Προορισμός του, το σπίτι ενός άλλου φίλου. Μαζί του, η κοπέλα με την οποία έβγαινε. Μία νεαρή Σουηδέζα που εργαζόταν στο νησί ως ξεναγός. Οι δυο τους ήταν ξέγνοιαστοι. Δεν μπορούσαν με τίποτα να φανταστούν τι τους περίμενε, εκείνο το βράδυ.

Λίγη ώρα αφού ξεκίνησαν, σταμάτησαν σε ένα βενζινάδικο της περιοχής. Στο ίδιο βενζινάδικο είχαν σταθμεύσει τρεις Βρετανοί, που οδηγούσαν ένα κίτρινο Μίνι Μόουκ. Ο νεαρός σερβιτόρος δεν έδωσε σημασία. Αφού γέμισαν το ντεπόζιτο, πρώτο ξεκίνησε το αυτοκίνητο και πίσω η μοτοσυκλέτα. Κάποια στιγμή ο νεαρός αποφάσισε να προσπεράσει το αμάξι. Ο οδηγός Τζάστιν Φόουλερ μπήκε στο αντίθετο ρεύμα του δρόμου και κτύπησε τη μοτοσυκλέτα. Προχώρησε κάποια μέτρα κι έκανε αναστροφή. Ο νεαρός οδηγός νόμισε πως επέστρεφαν για να τους βοηθήσουν, όμως έκανε λάθος.

Μόλις κατέβηκαν οι τρεις άντρες, πλησίασαν το ζευγάρι και χωρίς να χρονοτριβούν άρχισαν να χτυπάνε τη Λουϊζα με μανία, με ένα φτυάρι. Έντρομος ο νεαρός άρχισε να τρέχει ενώ τον κυνηγούσε ο τρίτος επιβάτης του αυτοκινήτου. Τελικά κατάφερε να ξεφύγει και να κρυφτεί σε κάποιους θάμνους, από όπου σε κατάσταση σοκ παρακολούθησε το φρικτό θέαμα της δολοφονίας της κοπέλας του.

Αν και αυτό που ζούσε ήταν αδιανόητο βρήκε τη δύναμη να ειδοποιήσει την αστυνομία. Οι αρχές, που κινητοποιήθηκαν άμεσα, εντόπισαν το εν κινήσει αυτοκίνητο των δολοφόνων. Όταν τους ζήτησαν να κατέβουν για έλεγχο, οι αρχές πρόσεξαν τις κηλίδες από αίμα στα ρούχα τους ενώ στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου είδα ένα φτυάρι.

Οι άντρες ομολόγησαν κατευθείαν, ενώ ο Τζάστιν Φούλερ που πριν λίγο κτυπούσε βίαια τη Λοϊζα προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τις αρχές, δείχνοντάς τους που έθαψαν το άψυχο σώμα της. Αντ’ αυτού όμως, τους έδειχνε διάφορες τοποθεσίες και τους έλεγε «Νομίζω κάπως έτσι είναι το σημείο στο οποίο την θάψαμε».

Οι τρεις άντρες δεν επικοινωνούσαν ιδιαίτερα. Εκείνο το βράδυ είχαν βγει βόλτα και αφού άλλαξαν διάφορα μπαρ, κατέληξαν μεθυσμένοι στο αυτοκίνητό τους. Από την αρχή της νύχτας ο Τζεφ Πέρνελ είχε δηλώσει «απόψε θα χτυπήσω μια γυναίκα!».

Λίγες μέρες αργότερα και αφού ήταν αδύνατο για τους τρεις Βρετανούς στρατιώτες να δείξουν που είχαν θάψει το σώμα της Λουίζας, ενας αγρότης της περιοχής παρατήρησε το χέρι της νεκρής γυναίκας που εξείχε. Αμέσως ειδοποίησε τις αρχές. Ήταν το νεκρό σώμα της Λούιζας που οι τρεις δολοφόνοι είχαν θάψει όπως όπως.

Η τραγική γυναίκα ήταν ημίγυμνη και παραμορφωμένη. «Μην περιμένεις να αναγνωρίσεις τη Δανέζα ξεναγό από το πρόσωπό της», είπε ο ιατροδικαστής Μάριος Ματσάκης στον νεαρό φίλο της.