Το απόγευμα της 20ης Ιουνίου 1958, τέσσερις αγωνιστές της ΕΟΚΑ συναντήθηκαν στο σπίτι του Ανδρέα Πατσαλίδη στο Κούρδαλι. Πρόκειτο για τους Ανδρέα Πατσαλίδη, Παναγιώτη Γεωργιάδη, Κώστα Αναξαγόρα και Αλέκο Κωνσταντίνου. Οι τέσσερις άνδρες βρήκαν φρικτό θάνατο, όταν μία νάρκη την οποία επεξεργάζονταν εξερράγη στα χέρια τους.

Το σπίτι ανήκε στον αγωνιστή της ΕΟΚΑ, Ανδρέας Πατσαλίδη. Γεννημένος στις 14 Αυγούστου 1930, στα Καννάβια της Λευκωσίας, τελείωσε το Δημοτικό σχολείο της περιοχής και αρχικά εργάστηκε ως εργάτης στον Αμίαντο, όπου μάλιστα έδρασε ως ένα από τα ιδρυτικά στελέχη της τοπικής Νέας Συντεχνίας, και αργότερα στον δασικό σταθμό Πλατανιών.

Ο Ανδρέας υπήρξε ένας από τους πρώτους αγωνιστές που μυήθηκε στον Αγώνα και έλαβε μέρος στην εξόρμηση που ονομάστηκε «Προς τη Νίκη», η οποία περιελάμβανε διάφορες ενέδρες και μάχες. Ο ίδιος ήταν στις 23 Νοεμβρίου 1955 με την ομάδα του ήρωα Χρίστου Τσιάρτα, στην ενέδρα στο δρόμο Κακοπετριάς – Σπηλιών. Συνεργαζόταν με τους τοπικούς υπεύθυνους της Οργάνωσης των γύρω χωριών και με τις ανταρτικές ομάδες της περιοχής του. Πήρε μέρος, μαζί με τον ήρωα Κώστα Αναξαγόρα και άλλους συναγωνιστές του, στην αφαίρεση ασυρμάτων από το δασικό σταθμό Πλατανιών και στην επίθεση εναντίον του σταθμού αυτού.

Μαζί με τη σύζυγό του απέκρυπτε οπλισμό και πολεμοφόδια και φιλοξενούσε αντάρτες. Το σπίτι του χρησιμοποιείτο ως κέντρο διανομής πολεμοφοδίων, τα οποία διοχέτευε στους τομείς Πιτσιλιάς, Τροόδους και Μαραθάσας.

Το κομματιασμένο σώμα του Ανδρέα Πατσαλίδη μετά την ανατίναξη

Το βράδυ της ανατίναξης το σπίτι του καταστράφηκε ολοσχερώς και πέθανε μαζί με τους συναγωνιστές του. Η σύζυγός του, που ήταν ήδη τεσσάρων μηνών έγκυος και η πρώτη του κόρη, γλίτωσαν από τύχη.

«Κρατούσα το παιδί στην αγκαλιά μου», αφηγείται η ίδια, «και περίμενα να σταματήσουν να πέφτουν τα κεραμίδια μπροστά μου, για να απομακρυνθώ. Πρώτος, πριν από τον αγγλικό στρατό, κατέφθασε ο αδελφός μου Κυριάκος και αργότερα ο λοχίας Αμιάντου Δήμος Βοσκαρίδης, συνεργάτης του συζύγου μου, ο οποίος μάζεψε και εξαφάνισε τα όπλα τους με τη βοήθεια της αδελφής μου Μαρικούς και έτσι γλιτώσαμε τουλάχιστον τον οπλισμό».

Όταν η μητέρα του πληροφορήθηκε τον θάνατο του γιου της, είπε «δεν κλαίω τον θάνατο του γιου μου. Τους ήρωες δεν τους κλαίνε».