Ήταν 23 Αυγούστου 1958, όταν μία ομάδα ανταρτών της ΕΟΚΑ από τη Λύση, ακολουθώντας διαταγές του Διγενή ξεκίνησε να μεταφέρει οπλισμό της οργάνωσης σε ασφαλέστερο μέρος. Οι αγωνιστές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Όμως δεν πρόλαβαν να μεταφέρουν τον οπλισμό. Μία καλά στημένη ενέδρα που ετοίμασαν οι Βρετανοί τους άλλαξε τα σχέδια, σκοτώνοντας τρεις από αυτούς. Ο μοναδικός επιζών της ομάδας αφηγείται τα γεγονότα.

«Τη νύκτα της 23ης Αυγούστου 1958 είχαμε να μεταφέρουμε τον οπλισμό Λύσης σε ασφαλέστερο μέρος, κατόπιν σύλληψης δυο μελών μας της ΕΟΚΑ που γνώριζαν πού βρισκόταν κρυμμένος. Αυτό αποτελούσε γενική διαταγή του Διγενή. Χωριστήκαμε σε δυο ομάδες. Στη μια ήμαστε από πλευράς ανταρτών εγώ και ο ήρωας Σιάλος Καΐλη. Μαζί μας ήταν και ο Καλλής με τον ήρωα Δημήτριο Αναστάση, στο περιβόλι του οποίου θα κρύβαμε τον οπλισμό. Τα είχαμε όλα, όπλα, χειροβομβίδες και πυρομαχικά, φορτωμένα σε δυο ποδήλατα και τα σπρώχναμε προχωρώντας μέσα από τα χωράφια. Η νύκτα ήταν φεγγαρόλουστη. Άγγλοι στρατιώτες παραμόνευαν κρυμμένοι στη σκιά δυο δένδρων. Μας επιτέθηκαν εξ επαφής. Όπλα κρατούσαμε μόνο εγώ και ο Σιάλος. Μας έριξαν και τους ρίξαμε. Ήταν θέμα δευτερολέπτων. Ο Σιάλος πρόλαβε να κάμει χρήση και της μιας από τις χειροβομβίδες του. Η άλλη βρέθηκε αργότερα μέσα στο χέρι του. Το πώς κατόρθωσα να διαφύγω μέσα από τα καταιγιστικά πυρά των Άγγλων στρατιωτών ήταν θέμα τύχης. Μαζί με τους τρεις συντρόφους μου που σκοτώθηκαν επί τόπου, σκοτώθηκαν και πέντε Άγγλοι στρατιώτες και άλλος ένας τραυματίστηκε».

Οι τρεις αντάρτες κείτονταν νεκροί στο έδαφος.

Ο Καλλής Σακκάς γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1931 στην κωμόπολη της Λύσης. Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο ασχολήθηκε με τη γεωργία. Ορφανός από μητέρα και αρραβωνιασμένος με την Καλλού Ξυστούρη, ο νεαρός Καλλής αναμίχθηκε με τον αγώνα της ΕΟΚΑ ήδη από το ξεκίνημα. Ανέλαβε την εκτύπωση φυλλαδίων και την απόκρυψη του πολυγράφου και αργότερα η ευθύνη απόκρυψης του οπλισμού της οργάνωσης.

Ο Αναστάσης Δημητράκης, συγχωριανός του Καλλή και του Σιάλου, γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1936. Ήταν και ο ίδιος γεωργός και διανομέας φυλλαδίων της οργάνωσης. Αργότερα του ανατέθηκε η ευθύνη της παροχής πληροφοριών που συνέλεγε παρακολουθώντας ενώ μαζί με τη μητέρα του τροφοδοτούσαν αντάρτες και έκρυβαν οπλισμό.

Ο Καϊλή Μιχαήλ Σιάλος γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1933. Ορφανός και ο ίδιος από μητέρα εντάχθηκε στον αγώνα της ΕΟΚΑ τον Ιούλιο του 1955 και κατατάχθηκε στις ομάδες κρούσεως. Καταζητήθηκε στις 10 Αυγούστου 1956 και κατέφυγε στο αντάρτικο με την ευχή του πατέρα του, για την οποία ήταν πολύ περήφανος: «Να πας στο καλό, παιδί μου. Νεκρό στο σπίτι μου σε δέχομαι, προδότη όχι». Ο Σιάλος διακρινόταν για την ανδρεία του και είχε πάρει μέρος σε πολλές επιθέσεις. Οι συναγωνιστές του είχαν να το λένε «είδαμε τόλμην και παλικαριά που δεν ξαναείδαμε ποτέ και σε κανένα. Στην επίθεση της 1ης Αυγούστου 1958, έξω από τη Λύση προς την Κοντέα, με την εμφάνιση των στρατιωτικών αυτοκινήτων, όρμησε στη μέση του δρόμου ο Σιάλος και άρχισε να βάλλει εναντίον τους με το αυτόματο γαλλικό του όπλο. Οι οδηγοί των στρατιωτικών οχημάτων σάστισαν και οι στρατιώτες τα έχασαν. Μέχρι που να συνέλθουν και να αρχίσουν να μας πυροβολούν εμείς τους ρίξαμε και αποτραβηχτήκαμε. Μας εντυπωσίαζε η αυτοθυσία του. Ο Σιάλος, με τα τόσα χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος και το χιούμορ που τον διέκρινε, ήταν η εύθυμη νότα ανάμεσά μας».

Το βράδυ της 23ης Αυγούστου ο Σιάλος πρόλαβε να ρίξει μία χειροβομβίδα στους Βρετανούς, όμως εν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει και τη δεύτερη αφού τα πυρά των στρατιωτών τον σκότωσαν. Ήθελε να ρίξει τη δεύτερη χειροβομβίδα για να προλάβουν να διαφύγουν οι συναγωνιστές του, όμως δεν τα κατάφεραν. Ο μόνος που επέζησε ήταν ο Παναγής Λάρκου.