Ένας Τουρκοκύπριος και ένας Ελληνοκύπριος, και οι δύο στρατιώτες του αγγλικού στρατού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αιχμάλωτοι στο ίδιο στρατόπεδο. Μια φιλία γεννήθηκε στην αιχμαλωσία, που έγινε ακατάλυτη όταν ο Γλαύκος Κληρίδης, τότε αιχμάλωτος πολέμου και μετέπειτα Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, έσωσε τη ζωή του συμπατριώτη του, Τουρκοκύπριου Ιμπραχίμ Σαλίχ Μπεκίρ, τον οποίο οι Γερμανοί εξέλαβαν για Εβραίο με το όνομα Αμπραχαμ.

Ο Μπεκίρ, 97 χρόνων το 2015 σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ, ξετυλίγει τις αναμνήσεις του για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη γνωριμία του με τον Γλαύκο Κληρίδη. Θυμάται, επίσης, άλλες ιστορίες από την περίοδο που εργάστηκε ως φύλακας στις Κεντρικές Φυλακές επί αγγλοκρατίας και που συμπίπτουν με στιγμές από την ιστορία της Κύπρου. Στις φυλακές συνάντησε τον Μιχαλάκη Καραολή, τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, τον Νίκο Σαμψών και την Ουρανία Κοκκίνου, στη γυναικεία πτέρυγα.

Γέννημα – θρέμμα της Λεμεσού, αυτόχθων κάτοικος της πλατείας Ηρώων, ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ μη βρίσκοντας δουλειά και προερχόμενος από φτωχή οικογένεια, αποφασίσε με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να καταταγεί στον αγγλικό στρατό.

«Πρώτα βρεθήκαμε στην Αίγυπτο και ύστερα στη Λιβύη, όπου πολεμήσαμε εναντίον των Ιταλών», αρχίζει τη διήγηση της ιστορίας του. Η δράση του μεταφέρεται στην Ελλάδα και στην περιοχή του Ολύμπου, όπου οι Γερμανοί προελαύνουν, αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση μέχρι την Καλαμάτα.

«Οπισθοχωρήσαμε μέχρι την Καλαμάτα, όπου με αγωνία περιμέναμε να φανούν στον ορίζοντα αγγλικά πλοία για να μας σώσουν. Περιμέναμε όλο το βράδυ. Και ξαφνικά, είδαμε φώτα να πλησιάζουν και αρχίσαμε να ζητωκραυγάζουμε. Σωθήκαμε», αφηγείται. Δυστυχώς, όμως, γι’ αυτούς η ελπίδα διαψεύδεται και μετατρέπεται σε εφιάλτη. Τα πλοία αποδεικνύονται γερμανικά και βρίσκονται περικυκλωμένοι. Οι Γερμανοί τους αιχμαλωτίζουν.

Η Κυπριακή Δημοκρατία απένειμε τιμητική διάκριση στο βετεράνο Ιμπραχίμ Σαλίχ Μπεκίρ για την προσφορά του στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

«Μας μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη σε μια προσωρινή φυλακή», θυμάται ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ. Εκεί παραλίγο να συναντήσει τον θάνατο. Υπό τις διαταγές ενός Άγγλου αξιωματικού αποφασίζουν να κάνουν απόπειρα να δραπετεύσουν, κατεβαίνοντας μέσα από τους οχετούς που οδηγούσαν στο γειτονικό δάσος.

«Περιμέναμε να νυχτώσει», θυμάται ο κ. Μπεκίρ. «Μια ομάδα κατέβηκε μέσα στους οχετούς και 15-16 από εμάς κατάφεραν να βγουν στην άλλη πλευρά και να χωθούν στο δάσος. Ήρθε και η σειρά μου, κατέβηκα κι ήμουν έτοιμος να αρχίσω να μπουσουλώ προς την άλλη πλευρά. Ξαφνικά ακούσαμε τα πολυβόλα. Οι Γερμανοί εντόπισαν τους ανθρώπους που ήταν μπροστά μου και άνοιξαν πυρ, σκοτώνοντάς τους όλους», συνεχίζει.

«Ο αξιωματικός μού φωνάζει “πίσω-πίσω” κι εγώ βιαστικά βγαίνω από τον οχετό», προσθέτει, κι ένα δάκρυ κατεβαίνει στο ρυτιδωμένο μάγουλο του, ενώ μια ανατριχίλα τον διαπερνά ενθυμούμενος πόσο κοντά ήρθε με το θάνατο.

Δυο μήνες παρήλθαν και οι αιχμάλωτοι πολέμου μεταφέρονται από τη Θεσσαλονίκη στην Τσεχοσλοβακία. Και από εκεί στο «μεγαλύτερο στρατόπεδο αιχμαλώτων, στα σύνορα Πολωνίας – Γερμανίας, όπου 34 χιλιάδες στρατιώτες κρατούνται», λέει ο κ. Μπεκίρ.

Η συνάντηση με τον Γλαύκο Κληρίδη

Σε εκείνο το στρατόπεδο ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ συναντά τον Γλαύκο Κληρίδη. «Ήμασταν και οι δύο Κύπριοι και γίναμε φίλοι. Πολύ καλοί φίλοι. Ήμασταν τέσσερα χρόνια μαζί. Μοιραζόμασταν τα πάντα. Φαγητό, τα αποτσίγαρα που πετούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες και μαζεύαμε από χάμω», αφηγείται.

«Ο Γλαύκος ήταν τέτοιος τζέντλεμαν! Χωρίς να ξεχωρίζει Τούρκους ή Έλληνες, μας αντιμετώπιζε όλους το ίδιο», προσθέτει συγκινημένος.

«Με τι ασχολούνταν τις ατέλειωτες μέρες της αιχμαλωσίας», ρωτούμε. Και με έκπληξη ακούμε τον κ. Μπεκίρ να μας αποκαλύπτει με υπερηφάνεια μια άλλη πτυχή της ζωής του, πριν από την κατάταξή του στο στρατό.

«Ήμουν ποδοσφαιριστής», μας λέει. «Έπαιξα για ένα περίπου χρόνο σε ελληνοκυπριακή ομάδα, τον Άρη Λεμεσού. Ήμουν σέντερ φορ», συμπληρώνει και μας εξηγεί ότι και στην αιχμαλωσία αυτό έκανε. Οι αιχμάλωτοι είχαν στήσει οκτώ ομάδες και ο κ. Μπεκίρ έπαιζε στην ιρλανδική ομάδα. «Δεν υπήρχαν αρκετοί Τούρκοι ή Έλληνες για να φτιάξουμε ομάδα», διευκρινίζει. Έπαιζε και ο Γλαύκος Κληρίδης ποδόσφαιρο; «Όχι, ο Γλαύκος οργάνωσε μια ομάδα πετόσφαιρας και είμαστε πρωταθλητές. Ήμουν ο αρχηγός και ο Κληρίδης έπαιζε δίπλα μου. Ήμουν καλύτερος παίκτης από εκείνον…», λέει ο Μπεκίρ με χιουμοριστική διάθεση.

Η Κυπριακή Δημοκρατία απένειμε τιμητική διάκριση στο βετεράνο Ιμπραχίμ Σαλίχ Μπεκίρ για την προσφορά του στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Η απόδραση του Κληρίδη

Ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ θυμάται μια άλλη ιστορία στη συνέχεια. Την απόδραση του Γλαύκου Κληρίδη μαζί με ένα Γιουγκοσλάβο αιχμάλωτο, αλλά και γιατί ο ίδιος δεν τους ακολούθησε. “Έρχεσαι μαζί μας;” με ρώτησε ο Κληρίδης. Του είπα, “άσε με να το σκεφτώ”. Το επόμενο πρωί, ο Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας μού υπενθύμισε ότι είχαμε ένα σημαντικό ματς να δώσουμε. Έτσι, είπα στον Κληρίδη, κοίτα, υποσχέθηκα να παίξω. Δεν μπορώ να φύγω. Και απέδρασαν με τον Γιουγκοσλάβο».

Όπως αργότερα ο κ. Κληρίδης τους διηγήθηκε, αφού περπάτησαν 3-4 μέρες στο δάσος, βρίσκονταν γύρω στην 1,5 ώρα από τη θάλασσα. Πείνασαν και άνοιξαν μια κονσέρβα που είχαν μαζί τους από τα πακέτα που λάμβαναν, με αγγλική ετικέτα. Αυτό ήταν που τους πρόδωσε, γιατί μια γερμανική περίπολος βρήκε το τενεκεδάκι, τους αναζήτησε και τους εντόπισε. «Τους συνέλαβαν και τους έφεραν πίσω στο στρατόπεδο. Ήταν τόσο κοντά, αλλά τελικά βρέθηκαν πίσω μαζί μας. Και κάναμε αστεία σε βάρος τους βέβαια», λέει ο Μπεκίρ.

Πώς ο Γλαύκος έσωσε τον Ιμπραχίμ

Πέρασε καιρός. Το στρατόπεδο όπου οι Γερμανοί έκαιγαν τους Εβραίους, γυναίκες, άντρες παιδιά, ήταν σχεδόν 100 υάρδες μακριά από το στρατόπεδο μας. Και βλέπαμε να τους φέρνουν στοιβαγμένους σε φορτηγά, εκατοντάδες ανθρώπους», περιγράφει ο Ιμπραχίμ Σαλίχ Μπεκίρ τη φρίκη στην οποία από τη μικρή απόσταση που τους χώριζε ήταν μάρτυρες.

Η μοίρα τους θα μπορούσε να είναι και δική του. Αν δεν ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης. Ένα γράμμα του αλφαβήτου κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε δύο ονόματα, Αμπραχαμ και Ιμπραχίμ. Ένα γράμμα θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου.

«Μια μέρα ένας Γερμανός με πλησίασε και μου είπε ότι με ήθελαν στα γραφεία. Ο Κληρίδης ήταν δίπλα μου και του είπα “Ρε, θέλουν να πάω στα γραφεία”. “Γιατί”, με ρώτησε. “Δεν ξέρω”, απάντησα, “αλλά φοβούμαι. Θα έρθεις μαζί μου;” Ήταν βλέπετε λίγο ή πολύ ο επικεφαλής για όλους τους Κύπριους αιχμαλώτους. “Θα έρθω, βέβαια”, απάντησε. Και πήγαμε», αφηγείται ο κ. Μπεκίρ.

Οι Γερμανοί του ανακοίνωσαν ότι ανακάλυψαν ότι είναι Εβραίος και θα τον κρατούσαν εκεί μέχρι νεοτέρας για το τι θα έκαναν μαζί του. «Όχι, δεν είμαι Εβραίος, είπα. Επέμεναν. Ναι, είσαι Εβραίος. Είναι ο Αμπραχαμ. Είπα όχι, δεν είμαι Αμπραχαμ. Είμαι Ιμπραχίμ», θυμάται.

Τότε επενέβη ο Κληρίδης. «Είπε, όχι, είναι με τον αγγλικό στρατό, δεν είναι Εβραίος. Και συνέχισαν να συζητούν και να επιμένει ο Γλαύκος, δεν είναι Εβραίος, είναι Τούρκος, είναι Ιμπραχίμ, όχι Αμπραχαμ, και με πήρε μακριά, σώζοντας τη ζωή μου», λέει ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ και κατακλύζεται από συναισθήματα.

«Ο Θεός ας σώσει τη ψυχή του, πέθανε. Μου έσωσε τη ζωή», μονολογεί και κλαίει.

Από τότε, ήρθα τόσο κοντά με τον Κληρίδη. Δεν θα ξεχάσω τα πράγματα που έκανε για μένα. Μου έσωσε τη ζωή ο Κληρίδης και γι` αυτό δεν θα τον ξεχάσω ποτέ», συνεχίζει.

Το τέλος του πολέμου

Καθώς το τέλος του πολέμου πλησίαζε, οι Γερμανοί από το στρατόπεδο στάλθηκαν στο ρωσικό μέτωπο και αντικαταστάθηκαν από νεαρούς στρατιώτες, 14-15 χρόνων. Ο Μπεκίρ τους περιγράφει ως χειρότερους από τους άλλους, μεγαλύτερους στρατιώτες. «Δεν θα πιστεύατε πόσο μίσος είχαν αυτά τα αγόρια. Μας έσπρωχναν, μας κτυπούσαν», λέει και σταματά εκεί στη φρικτή ανάμνηση.

Οι Ρώσοι προελαύνουν και οι Γερμανοί αποφασίζουν να εκκενώσουν το στρατόπεδο. Κάθε βράδυ μετέφεραν 3-4 χιλιάδες αιχμαλώτους, που εξαναγκάζονταν σε μια σκληρή πεζοπορία μέσα από τα βουνά.

«Τρεις εβδομάδες πεζοπορίας στα βουνά και ήμουν τόσο κουρασμένος, τόσο απηυδισμένος. Χωρίς φαγητό, χωρίς ανάσα», αφηγείται ο κ. Μπεκίρ και περιγράφει ότι έχυσε ζεστό νερό στο δεξί του πόδι, με την ελπίδα ότι θα τον άφηναν πίσω και θα μεταφερόταν σε ένα στρατόπεδο που είχαν συναντήσει και όπου βρίσκονταν άλλοι 16 Κύπριοι. Όλα εξελίχθηκαν όπως έλπιζε και μια εβδομάδα αργότερα συμμαχικές δυνάμεις τους απελευθέρωσαν και ο ίδιος μεταφέρθηκε στο Νιούκασλ.

Οι μέρες της αιχμαλωσίας τελείωσαν, ο πόλεμος έληξε και ο ίδιος επέστρεψε στην Κύπρο.

Η επιστροφή

«Όλα αυτά τα χρόνια πρόσμενα την επιστροφή. Τη συνάντηση με την οικογένεια μου. Περίμενα για να σφίξω και πάλι στην αγκαλιά μου τον πατέρα και τη μητέρα μου», λέει. Τον παραλαμβάνει ο αδελφός του, αλλά αντί να τον πάρει στο πατρικό τους σπίτι στην πλατεία Ηρώων, τον μεταφέρει στης αδελφής τους, όπου του λένε τα θλιβερά μαντάτα.

«Και οι δύο γονείς μου πέθαναν. Αυτή ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Περίμενα για να τους αγκαλιάσω ξανά και να τους δώσω τα δώρα που τους πήρα. Αντίθετα, επισκέφθηκα τον τάφο τους και πέταξα τα δώρα. Όμως εγώ είχα καταταγεί στο στρατό γι` αυτούς. Ήμασταν τόσο φτωχοί και ήθελα να βοηθήσω. Όλα τα χρόνια αυτά δεν πήρα ούτε δεκάρα από το μισθό του στρατού. Είχα ζητήσει να τα στέλλουν στη μητέρα μου». Έτσι περιγράφει την επιστροφή του και ξεσπά σε κλάματα, αναβιώνοντας την τραγική για εκείνον μέρα.

«Ήταν οι προσευχές της μητέρας μου που με κράτησαν ζωντανό στον πόλεμο», μονολογεί.

Από κρατούμενος φύλακας

Ένα άλλο κεφάλαιο στη ζωή του Ιμπραχίμ Σαλίχ Μπεκίρ αρχίζει, που συνδέεται με στιγμές της κυπριακής ιστορίας. Ο Άγγλος αξιωματικός του από το στρατό τον πείθει να αιτηθεί δουλειά στις φυλακές. Η φτώχεια τον οδηγεί και αυτή τη φορά. Κάνει την αίτηση για δουλειά. Προσλαμβάνεται και στέλλεται στις Κεντρικές Φυλακές στη Λευκωσία, όπου του ανατίθενται γραφειακά καθήκοντα, όπως λέει.

Ξεσπά ο αγώνας της ΕΟΚΑ και ο Μπεκίρ συναντά στις φυλακές όχι μόνο εγκληματίες, αλλά και αγωνιστές ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατία.

Συναντά τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, τον μετέπειτα Υπουργό Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Νίκο Σαμψών, την Ουρανία Κοκκίνου, που κρατείται στη γυναικεία πτέρυγα. Συναντά και τον Μιχαλάκη Καραολή, που θα γίνει ο πρώτος απαγχονισθέντας από τους Άγγλους αγωνιστής. Ο κ. Μπεκίρ περιγράφει πώς απέκτησε φιλικές σχέσεις με τον Γιωρκάτζη και τον Σαμψών, που ήταν νεαρός και ο Μπεκίρ διευθετεί να του ανατεθούν καθήκοντα καθαρισμού του γραφείου του προκειμένου να αποφύγει τη σκληρή δουλειά που περίμενε τους άλλους κρατούμενους.

«Είχα λίγη εξουσία για κάποια πράγματα και ο Γιωρκάτζης μου ζήτησε για παράδειγμα μια επιπρόσθετη κάρτα επισκέψεων. Δικαιούνταν μόνο μία το μήνα. Και του έδωσα. Το ίδιο έκανα και για άλλους κρατούμενους», λέει.

«Συνάντησα και τον Καραολή, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Οι Άγγλοι του υπέβαλλαν πολλές ερωτήσεις, τον ανέκριναν – όχι εγώ, εγώ δεν είχα τίποτα να κάνω με αυτό», διευκρινίζει με έμφαση.

«Αλλά ο Καραολής δεν έλεγε λέξη. Του είπαν, δώσε μας κάποιες πληροφορίες και αύριο θα είσαι ελεύθερος. Όχι, όχι, τίποτα. Πήγα και τον συνάντησα. Του είπα, αν χρειάζεσαι κάτι, αν μπορώ να βοηθήσω σε οτιδήποτε. Όχι, για τη θανατική ποινή, δεν είχα σχέση με αυτό. Αλλά αν χρειαζόταν ρούχα, κάρτα επισκέψεων, τέτοια πράγματα, θα μπορούσα να βοηθήσω. Τελικά τον απαγχόνισαν», θυμάται ο Μπεκίρ.

Φθάνει το 1960 και οι Άγγλοι ετοιμάζονται να φύγουν. «Είπαν αν κάποιος που υπηρετούσε στις φυλακές φοβάται για τη ζωή του να μας το δώσει γραπτώς και θα του δώσουμε 5 χιλιάδες λίρες. Και εγώ δήλωσα ότι φοβόμουν ότι η ζωή μου βρισκόταν σε κίνδυνο», συνεχίζει την αφήγησή του.

Τον ρωτάμε γιατί. Αφού είχε αναφερθεί σε φιλικές σχέσεις με τους αγωνιστές που βρίσκονταν στη φυλακή, ότι βοηθούσε όπως μπορούσε. Απαντά με συντομία και ευθύτητα: «Για τα λεφτά βέβαια. Δεν φοβόμουν, όλοι οι Ελληνοκύπριοι που συνάντησα έγιναν φίλοι μου. Είπα ψέματα για τα λεφτά».

Ακολούθως, πωλεί το σπίτι του στην πλατεία Ηρώων για 3 χιλιάδες λίρες και φεύγει με την οικογένειά του για το Λονδίνο, όπου εργάστηκε στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για 30 χρόνια, μέχρι την αφυπηρέτησή του.

Πηγή ΚΥΠΕ