Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Σ’ ένα μικρό καφενείο, με τεράστια ιστορία 120 (ή και 150 χρόνων), στη Χώρα της Αστυπάλαιας, συναντήσαμε ωραίους ανθρώπους με ενδιαφέρουσες ιστορίες. Πέρα από την πασίγνωστη ιστορία του κυρ-Νικόλα, ιδιοκτήτη του «Καφενείου του Μουγγού» (για τον οποίο θα ακολουθήσει εκτενές αφιέρωμα), γνωρίσαμε και τον κύριο Χανιώτη.

Καθόταν ήσυχος και παρατηρητικός σε μια γωνιά. Όση ώρα βρισκόμασταν εκεί και ακούγαμε ιστορίες από τα ατελείωτα γλέντια του καφενείου, για το οποίο γράφτηκαν άρθρα και άρθρα στο παρελθόν, δεν μας ενόχλησε, δεν μας συστήθηκε ούτε μας μίλησε.

Μόνο σαν άκουσε πως ήρθαμε από την Κύπρο, σηκώθηκε, έκανε δυο βήματα κοντά μας και μας συστήθηκε:

«Κατέβηκα στην Κύπρο το ’65-’66 θα ‘τανε, κρυφός στρατιώτης ήμουνα. Με μια ταυτότητα ψεύτικη, το όνομα ‘Ζαβάρτας’. Θυμάμαι μας επήρε το πλοίο, μεσάνυχτα φτάσαμε στην Κύπρο κι όλο μας έκανε κύκλους, πέρα – δώθε, να μην μας εδούνε και μας κατεβάσανε κρυφά. Ωραία που ‘τανε η Κύπρος, και η Μόρφου με τα χωράφια της και η Κερύνεια με τη θάλασσά της. Και κάτι τσακμάκια που ‘χανε, να τόσο μεγάλα με ένα ‘V’ πάνω, τα ‘χετε ακόμα; Ωραία που ‘τανε κι η Κύπρος και τα τσακμάκια».


Τον κύριο Χανιώτη, όπως μας συστήθηκε, στην Κύπρο τον βάφτισαν Ζαβάρτα. Τώρα τα θυμάται και χαμόγελα, άμα δεν είσαι σίγουρος τι αναμνήσεις δεν σου περιγράφει.
°
Καφενείο του Μουγγού, Αστυπάλαια, 2019.